ΠΟΛΙΤΕΙΑ 614a-615c Τι διηγήθηκε ο Ηρ ο Αρμένιος Αυτά όμως είπα εγώ, δεν είναι τίποτα, ούτε στον αριθμό ούτε στο μέγεθος, μπροστά σ' εκείνα που περιμένουν τον καθένα όταν πεθάνει΄ μα πρέπει να τ' ακούσουμε κι αυτά, για να ξοφλήσουμε στην εντέλεια τον καθένα τους με αυτά που του οφείλονται ν' ακούσει από τη συζήτηση. Θα τα πεις, είπε, γιατί δεν υπάρχουν πολλά που θ' άκουγα με περισσότερη ευχαρίστηση απ' αυτά. Μα δεν θα σου αφηγηθώ όμως τη διήγηση του Αλκίνου, αλλά ενός γενναίου άνδρα, του Ηρός του γιού του Αρμενίου, που καταγόταν από το γένος των Παμφύλων΄ αυτός κάποτε σκοτώθηκε στον πόλεμο, και όταν μετά από δέκα μέρες μάζεψαν τους νεκρούς που είχαν αρχίσει να σαπίζουν πια, το δικό του σώμα συλλέχτηκε άσηπτο΄ όταν τον μετέφεραν στην πατρίδα του για να τον θάψουν, κι ενώ τη δωδέκατη μέρα βρισκόταν πάνω στην πυρά, αναστήθηκε κι άρχισε να λέει όσα είχε δει εκεί. Έλεγε λοιπόν πως αφού βγήκε από το σώμα η ψυχή του άρχισε να πορεύεται μαζί με πολλούς άλλους, κι έφτασαν σ' έναν τόπο θαυμαστό, όπου σ' ένα σημείο της γης υπήρχαν δύο χάσματα, το ένα μετά το άλλο, και ακριβώς αντικριστά στον ουρανό άλλα δύο πάλι προς τα πάνω. Κι ανάμεσά τους κάθονταν δικαστές, και όταν τέλειωναν μια δίκη πρόσταζαν τους δίκαιους να πορευτούν στον δρόμο που ήταν δεξιά και προς τα πάνω, κατά μήκος του ουρανού, αφού τους έβαζαν μπροστά τους ένα σημάδι που φανέρωνε την απόφασή τους, ενώ στους άδικους να πορευτούν στον δρόμο που ήταν αριστερά και προς τα κάτω, έχοντας και σε αυτούς, αλλά πίσω τους, κρεμάσει σημάδι σχετικά με όλα που είχαν κάνει. Αφού προσήλθε κι ο ίδιος, του είπαν πως χρειάζεται να γίνει αγγελιαφόρος στους ανθρώπους, για να τους πει όσα γίνονταν εκεί, και τον πρόσταξαν ν' ακούει και να βλέπει όλα όσα γίνονταν σε κείνο τον τόπο. Είδε λοιπόν εκεί να πηγαίνουν σε καθένα από τα δύο χάσματα του ουρανού και της γης οι ψυχές, όταν τελείωνε η δίκη τους, και από τ' άλλα δυο χάσματα, από το ένα ν' ανεβαίνουν από τα έγκατα της γης ψυχές όλο δίψα και σκόνη, κι από το άλλο να κατεβαίνουν άλλες ψυχές καθαρές. Και αυτές που έφταναν κάθε φορά, φαίνονταν πως έρχονταν από μεγάλη πορεία και πήγαιναν ευχαριστημένες στο λιβάδι να κατασκηνώσουν σαν σε πανηγύρι, και αγκαλιάζονταν μεταξύ τους όσες γνωρίζονταν, και ρωτούσαν να μάθουν οι ψυχές που είχαν φτάσει από τη γη, για όσα γίνονταν εκεί, ενώ όσες έρχονταν από τον ουρανό, για όσα γίνονταν στη γη. Και διηγούνταν μεταξύ τους, από τη μια αυτές που οδύρονταν και κλαίγανε, όταν θυμόνταν πόσα και τι λογής παθήματα τους είχαν συμβεί και είχαν δει στην πορεία τους κάτω από τη γη - αυτή η πορεία διαρκεί χίλια χρόνια - ενώ αυτές που έρχονταν από τον ουρανό διηγούνταν τις ευχαριστήσεις και όσα αφάνταστης ωραιότητας είδαν. Η λεπτομερής αφήγηση, Γλαύκωνα, χρειάζεται πολύ χρόνο, η ανακεφαλαίωσή της όμως, όπως τα είπε, είναι αυτή εδώ΄ για όσες αδικίες είχε κάνει ποτέ ο καθένας είχε τιμωρηθεί ίσες φορές, και για όσους ανθρώπους είχε αδικήσει, δέκα φορές για τον καθένα, και διαρκούσε η κάθε τιμωρία εκατό χρόνια, επειδή τόση υπολογίζεται η ανθρώπινη ζωή, για να εκτίσουν δέκα φορές την ποινή κάθε άδικης πράξης. Και για παράδειγμα, εκείνοι που ήταν οι αίτιοι για τον θάνατο πολλών ανθρώπων, έχοντας προδώσει ή πόλεις ή στρατόπεδα, ή αυτοί που έριξαν πολλούς στη δουλεία ή που ήταν οι υπεύθυνοι για κάποιο άλλο κακούργημα, για όλ' αυτά με δεκαπλάσιους πόνους για το καθένα τιμωρούνταν, ενώ από την άλλη οι άνθρωποι που είχαν κάνει κάποιες ευεργεσίες και υπήρξαν δίκαιοι και ευσεβείς, ανάλογη με αυτά έπαιρναν την ανταμοιβή τους. Γι' αυτούς που πέθαναν στην αρχή της ζωής τους ή έζησαν για λίγο έλεγε κάποια άλλα πράγματα, όχι αξιομνημόνευτα. Και για την ευσέβεια και την ασέβεια απέναντι στους θεούς και τους γονείς καθώς και για τους φόνους που έκαναν κάποιοι με τα χέρια τους διηγιόταν ακόμα μεγαλύτερες αμοιβές.
|