Εάν η γη καλύπτεται με σκότος, μη φοβείσαι.
Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές.

 

3. Το συναίσθημα του Φόβου συνδέεται άρρηκτα με την έννοια του Χρόνου: ο άνθρωπος αισθάνεται το φόβο από τη στιγμή που κατέρχεται στα πυκνότερα στρώματα της γήινης διάστασης και το κοσμικό ά-χρονο αποκτά γι' αυτόν το σχήμα του γήινου γραμμικού χρόνου.

Τότε, από τη μια πλευρά, ο άνθρωπος ζει στον γραμμικό χρόνο, βλέπει τη γραμμή των κεριών και αντιλαμβάνεται την έννοια του χρόνου ανάλογα με τη συναισθηματική του κατάσταση (όταν είναι ευτυχισμένος ο χρόνος τρέχει γρήγορα, όταν είναι δυστυχισμένος - μες στην δοκιμασίαν - ο χρόνος κυλά αργά, το έρεβος μοιάζει διαρκές) ή και ανάλογα με το σημείο της γήινης διαδρομής του (όταν είναι νέος, όταν του μέλλοντος η μέρες στέκοντ' εμπροστά του / σα μια σειρά κεράκια αναμένα - / χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια ο χρόνος φαίνεται πολύς και όταν το μεγαλύτερο διάστημα της γήινης ζωής έχει περάσει, όταν η ώρα του πια γέρνει, ο χρόνος φαίνεται λίγος):


Η περασμένες μέρες πίσω μένουν
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·

(...)

τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.

................

Κ' εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.


Απ' την άλλη, η ψυχή του ενσαρκωμένου ανθρώπου ζει στη μοναδική πραγματικότητα που είναι το άπειρο στον χωροχρόνο, αίσθηση την οποία επίσης διατηρεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής του:


Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.


Συχνά, η αδυναμία του ανθρώπου να συγκεράσει τον άπειρο Χρόνο με τον ρυθμικό βηματισμό που πρέπει να ακολουθήσει στην ενσάρκωσή του, τον κάνει να αισθάνεται ότι σπατάλησε τον χρόνο της γήινης σύμβασης, όπως για παράδειγμα ο γέρος, που ...


... συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα·
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα - τί τρέλλα! -
την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό».


Ο ανθρώπινος νους δεν αντιλαμβάνεται το χρόνο με τις σωστές του διαστάσεις και τον παραμορφώνει προβάλλοντας αμβλυμένες διαστάσεις σε μία περιορισμένη χωροχρονική στιγμή. Όσο η συνείδηση μεγαλώνει, ο άνθρωπος μπορεί να επεκτείνει την αντίληψη του χωρόχρονου, και τότε έχει εποπτεία που ο γήινος άνθρωπος δεν είναι ικανός να κατανοήσει, διότι ο νους όπως και οι αισθήσεις, λειτουργεί μέσα σε κάποια φυσικά όρια, πέραν των οποίων υπάρχει γι' αυτόν το κενό.

Όσο ο άνθρωπος στηρίζεται αποκλειστικά στη Φρόνησι, τον νου, είναι καταδικασμένος να ζει στο Φόβο - στον υλικό χρόνο -, διαχωρισμένος από τον εαυτό του, ζώντας πότε στο χθες και πότε στο αύριο.


Ο νους μου ώς πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.

Ο άνθρωπος ζει ενωμένος με τον Εαυτό (του) όταν ζει στο παρόν - άλλωστε, οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα. Η στιγμή είναι η απουσία συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος και πρέπει να βιώνεται αυτοτελώς. Ο Φόβος εξαλείφεται όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει ότι η πεμπτουσία της ζωής, η συμπύκνωση της ύπαρξής του είναι το Τώρα και μάθει να ζει την κάθε στιγμή ως αιωνιότητα.

Ο φόβος είναι ο νόμος της Ύλης, η εσωτερική της ύπαρξη, η δύναμη που τη συντηρεί. Βασικά χαρακτηριστικά της ύλης είναι η συστολή, η ψύχρανση και η ακινητοποίηση. Σε πνευματικό επίπεδο, στη συνειδητότητα, τα χαρακτηριστικά αυτά εκδηλώνονται ως Φόβος, το συναίσθημα, δηλαδή που συστέλλει, ακινητοποιεί και παγώνει κάθε δράση του ανθρώπου:


Είν' η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων
είν' η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ' επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.

Αλλ' όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κ' η απόφασίς μας χάνονται.
Ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει
κι ολόγυρα απ' τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.


Η παγίδα του φόβου μάς απομακρύνει από την αλήθεια της πνευματικής μας ύπαρξης και μας ωθεί βαθύτερα στην πλάνη της γήινης-υλικής ζωής. Οι προσπάθειές μας είναι των συφοριασμένων, γιατί, συνήθως, μέσα στον φόβο και στες υποψίες, αγωνιζόμαστε ν' αλλάξουμε της τύχης την καταφορά, προσπαθούμε να φροντίσουμε για τους μέλλοντες κινδύνους.

Η ανησυχία και ο φόβος για το μέλλον χρωματίζουν το παρόν με χρώματα που δεν υπάρχουν σ' αυτό και το διαστρεβλώνουν. Ο άνθρωπος που λυώνει και σχεδιάζει το μέλλον, έχει συνηθίσει να μεταθέτει την ουσία της ευτυχίας στο μέλλον, έτσι όμως ακόμα κι αν αυτό υλοποιηθεί όπως το οραματίζεται, όταν θα είναι παρόν θα μεταθέτει την ευτυχία του σ' ένα προσεχές μέλλον. Άλλοτε, πάλι, καθηλώνεται σε «ιδανικές» κατά τη δική του κρίση καταστάσεις που τώρα δεν υπάρχουν στη ζωή του, και έτσι γλιστράει και παρέρχεται το παρόν χωρίς να του αποτίει την αξία που του αρμόζει.

Στη ζωή αυτή δεν υπάρχει μέλλον - η τύχη ξαφνικές έχει μεταβολές - και άδικα κοπιάζουμε χτίζοντας με τραπουλόχαρτα στον άνεμο. Συσσωρεύουμε αγαθά - τον πλούτον τον εξαίσιον τον περιττόν τον πλούτον - με απληστία, επειδή μας κατακυριεύει η ανασφάλεια, κάνοντας την ψυχή μας να ατροφεί και τον Ναό τού Θεού να μένει κενός.

Όταν ο Μιθριδάτης, ένδοξος και κραταιός, / μεγάλων πόλεων ο κύριος, / κάτοχος ισχυρών στρατών και στόλων, / πηγαίνοντας προς την Σινώπην για νέες κατακτήσεις ζήτησε να μάθει από έναν μάντη πόσα θ' αποκτήσει ακόμη / στο μέλλον αγαθά, πόσες δυνάμεις άλλες, ο μάντης απάντησε:


Μα ν' αρκεσθεί, φρονώ, με τόσα που έχει ο βασιλεύς.
Τα περισσότερα εις κινδύνους θα τον φέρουν.
Θυμήσου να τον πεις αυτό, αξιωματικέ:
με τόσα που έχει, προς θεού, ν' αρκείται!
Η τύχη ξαφνικές έχει μεταβολές.


Αυτός που βρίσκεται σε συνεχή επαφή με την πρωταρχική Πηγή δεν νιώθει καμία ανάγκη να αποθηκεύσει ούτε να μεριμνήσει για το μέλλον. Συμπορεύεται με το «χρόνο», προχωρεί βήμα βήμα με υπομονή και βεβαιότητα πως ο,τιδήποτε είναι αναγκαίο, θα εμφανίζεται μπροστά του κατόπιν παραγγελίας της θείας Βούλησης. Ο καθένας μας, άλλωστε, έχει τόσα ακριβώς όσα χρειάζεται για να φέρει σε πέρας το συγκεκριμένο έργο που έχει αναλάβει στη Γη, ώστε να μη χρειάζεται να μεριμνά για τα περισσότερα αλλά ούτε και να ανησυχεί για τα λιγότερα.


Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλλω.

4. Το έργο των θεών ή, αλλιώς, του ανώτερου Εαυτού μας, συνίσταται στο να μας καθοδηγεί στην πορεία μας προς το καθ' ομοίωσιν, την αθανασία. Αφού εις το ομοίωμα επλάσθημεν του Λόγου, προοριζόμαστε σ' αυτή τη ζωή, να εκδηλώσουμε και να βιώσουμε τις ιδιότητες της ψυχής μας: το άφθαρτο και το άχρονο. Η θεά Δήμητρα και η θεά Θέτις αρχινούν έργα καλά, να κάνουν αθάνατο τον Αχιλλέα και τον Δημοφώντα.


Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.
Στης Ελευσίνος και στης Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κ' η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνόν.

Ο φόβος, όμως, μας κάνει να επεμβαίνουμε και να διακόπτουμε το έργο αυτό των θεών. Ως βιαστικά και άπειρα όντα της στιγμής, εύκολα χάνουμε τη σύνδεση με τον εαυτό μας και ενεργούμε αυτοκαταστροφικά. Κι ενώ η θνητή πλευρά του εαυτού μας έχει η ίδια επιζητήσει την αθανασία, ξαφνικά φοβάται και διακόπτει τη διαδικασία. Έτσι λειτουργεί ο γήινος άνθρωπος πάντοτε ...


... Αλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη,
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται κ' επεμβαίνει.


Μερικές φορές στη ζωή κάποια συναισθήματα είναι τόσο έντονα, που καταφέρνουν να κυριαρχήσει η δόνησή τους και να συντονιστεί όλη μας η ψυχή μ' αυτά: «Γυιέ μου, Δημοφών, η ξένη αφήνει εσένα να χαθείς στη φωτιά κι εμένα να βυθιστώ σε θλίψη!», ξέσπασε η Μετάνειρα. Τότε, ορμάμε ξέπλεγοι και τρομαγμένοι, με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια και διακόπτουμε την πορεία μας προς την Ένωση. Η Δήμητρα της απάντησε: «Άσοφοι είστε σεις οι άνθρωποι. Δεν προβλέπετε ούτε το μελλοντικό καλό ούτε το κακό. Κι εσύ από την αλογιστιά σου έπαθες αθεράπευτο κακό. Αθάνατο, που θάμενε αιώνια νέος, θάκανα τον αγαπητό σου γιο και θα του εξασφάλιζα παντοτινή λατρεία. Τώρα, δεν υπάρχει γι' αυτόν άλλος τρόπος ν' αποφύγει τον θάνατο».

Έτσι, το παράδειγμα της Θέτιδος και της Απιστίας της αντιπροσωπεύει πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι διακόπτουν τη θεϊκή διαδικασία από Φόβο και στη συνέχεια αναρωτιούνται γιατί δεν επαληθεύτηκε η θεϊκή προφητεία.


Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκε ο Απόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για τον βλαστό που θάβγαινε απ' την ένωσί των.
Είπε· Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θαγγίξει
και θάχει μακρινή ζωή.- Αυτά σαν είπε,
η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Απόλλωνος που γνώριζε από προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
(...)
Αλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις,
κ' είπαν τον σκοτωμό του Αχιλλέως στην Τροία.
Κ' η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα,
(...)
Και μες στον οδυρμό της τα παληά θυμήθη·
και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Απόλλων,
πού γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, πού γύριζεν ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα.
Κ' οι γέροι την απήντησαν πως ο Απόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώας σκότωσε τον Αχιλλέα.


Η ψυχή είναι το στοιχείο του Εαυτού μας όπου εδρεύει το ά-χρονον και ά-τοπον, άρα είναι αναμενόμενο πως μέσω των ψυχικών διεργασιών ο άνθρωπος μπορεί να ερευνήσει τους χώρους αυτούς και να λάβει την καθοδήγηση που χρειάζεται κάθε φορά. Ο άνθρωπος είναι μία ένωση στοιχείων τέτοια, που να του επιτρέπει να κινείται σε όλους τους χώρους και ως τέτοιο ον πρέπει να χρησιμοποιεί κάθε φορά το αντίστοιχο στοιχείο του που τον «ενώνει» με κάποιο χώρο του Σύμπαντος. Έτσι, η ψυχή, όχι το λογικόν ή οι αισθήσεις, είναι αυτή που λειτουργεί ως δίαυλος για να «βρεθεί» ο άνθρωπος στη διάσταση του ά-χρονου και ά-τοπου, όπου θα έρθει σε επαφή με την αντίστοιχη διάσταση του Εαυτού Του. Αυτό λέγεται με άλλα λόγια από τους πιστούς: «η προσευχή ενώνει με τον Θεό».

Και η ψυχή μας είναι ελεύθερη να μας μεταφέρει μηνύματα. Αυτό που συνέβη στη Θέτιδα συμβαίνει στους ανθρώπους που δυστυχώς φιμώνουν την ψυχή τους πολύ συχνά και ενώ, μ' αυτόν τον τρόπο, καθιστούν τον εαυτό τους ανάπηρο, εκείνοι θεωρούν πως έγιναν «αυτόνομοι» και «αυτεξούσιοι». Το δε χειρότερο είναι πως, ενώ οι ίδιοι επιλέγουν να στηρίζονται αποκλειστικά στην υλική πλευρά της ύπαρξής τους, χτίζουν τη ζωή τους πάνω σ' αυτήν και στη συνέχεια κατηγορούν τον Θεό διότι, λένε, τους πρόδωσε! Και δεν συνειδητοποιούν πως Θεός είναι η Αλήθεια και η Αλήθεια δεν μπορεί να είναι παρά Αλήθεια και τίποτα διαφορετικό. Αυτό είναι και το νόημα της πίστης: να αποδίδεις στο Θεό όσα Του ανήκουν.

Όσα ο θεός Απόλλων είχε προφητεύσει για τον Αχιλλέα ήταν η αλήθεια, γιατί το Σύμπαν προσδοκά την επιστροφή μας στον Παράδεισο. Η θεά Θέτις, όμως, που ανέλαβε να κάνει αθάνατο το γιο της τον Αχιλλέα, διέκοψε το ίδιο της το έργο, υποκύπτοντας στο φόβο του θνητού άντρα της Πηλέα. Βλέποντας ο πατέρας το γιο του να βυθίζεται στο νερό, φοβήθηκε και επενέβη πιστεύοντας, μάλιστα, ότι «τον έσωσε». Το ίδιο, άλλωστε, συνέβη και με τη Μετάνειρα: ενώ αρχικά είχε η ίδια ζητήσει από τη Δήμητρα να κάνει το γιο της Δημοφώντα αθάνατο, διέκοψε τη διαδικασία από φόβο, όταν είδε ξαφνικά τη θεά να κρατά το παιδί της πάνω απ' τη φωτιά.

Ο Πηλέας και η Μετάνειρα προσπάθησαν να αποφύγουν τον βέβαιο τον κίνδυνο που φριχτά τους απειλούσε, κατέληξαν όμως στο αντίθετο αποτέλεσμα: να διακόψουν τα καλά έργα που αρχίνησαν οι θεοί. Στην πραγματικότητα, ο κίνδυνος όχι μόνο βέβαιος δεν ήταν, αλλά ανύπαρκτος· γιατί αυτό που είδαν δεν ήταν αυτό που πραγματικά υπήρχε. Παραπλανήθηκαν και έδρασαν εν θερμώ από τη μερική αντίληψή τους για το νόημα της περίστασης, με άλλα λόγια, από την έλλειψη εμπιστοσύνης στο θεϊκό Σχέδιο.

Ο φόβος δεν είναι καλός σύμβουλος· αντίθετα μας χρεώνει με συσσώρευση λαθών, τα οποία οδηγούν πιο σίγουρα στο αποφευκτέο αποτέλεσμα.

Με την πρόοδο των εμπειριών, ο άνθρωπος μαθαίνει να εφαρμόζει μία δύσκολη αλλά λυτρωτική εσωτερική πειθαρχία: όταν βρίσκεται κάτω από την επήρεια ενός συγκεκριμένου συναισθήματος, δεν προσπαθεί να το ενισχύει λογικά, αλλά το αφήνει απλά να υφίσταται χωρίς να το συνδέει με λογικές σκέψεις. Αυτό απομονώνει το συναίσθημα και το κρατάει στις διαστάσεις που πραγματικά έχει. Αν υποπέσουμε στο να συνδέσουμε το συναίσθημα με λογικές αιτιολογήσεις, τότε το εδραιώνουμε αφ' ενός, και αφ' ετέρου διατηρούμε λανθασμένους συνειρμούς που παραμορφώνουν την πραγματικότητα. Μαθαίνοντας να πειθαρχούμε τον νου, θα μπορούμε, κάθε φορά που ο δρόμος δεν είναι ξεκάθαρος, να αναστέλλουμε κάθε ενέργεια και απόφαση και να συνδεόμαστε με τον Εαυτό μας.

5. Όποιος έχει μάθει να συντονίζεται με την ύψιστη-θεϊκή συχνότητα, διαπιστώνει ότι η πλάνη - ακόμα και η πιο πειστική - στην οποία ο φόβος τον έχει παρασύρει αμέτρητες φορές, κάποια στιγμή διαλύεται· παρέρχεται, ούτως ή άλλως, ακολουθώντας τη νομοτέλεια. Το Κακό ορίζεται ως απουσία θετικών ποιοτήτων και δεν έχει αυθύπαρκτη υπόσταση ούτε οντότητα. Η ποιότητα του Καλού υπερισχύει πάντα και δεν απειλείται από το Κακό, το οποίο είναι η αρνητική εμφάνιση της θετικής ποιότητας: όπως το μαύρο χρώμα είναι στην ουσία απουσία κάθε ποιότητας φωτός, ενώ το λευκό είναι η υψηλότερη ποιότητα ως σύνθεση όλων των εκφάνσεων του φωτός.

Έτσι, ο Φόβος είναι ένα συναίσθημα που οφείλει να εξαλειφθεί από τις καρδιές μας. Ο φόβος είναι μία κατάσταση επίκτητη στον άνθρωπο, και είναι αυτό ακριβώς που ονομάζεται Πτώση στην Παλαιά Γραφή, καθώς βασίζεται μόνο στη δημιουργία εντυπώσεων και όχι σε αληθινές αιτίες. Τα κατώτερα όντα - ο όφις στον μύθο - δημιουργούν ψευδαισθήσεις, βυθίζουν τους ανθρώπους σε πλάνες νοητικές και φανταστικές, που με τη σειρά τους οδηγούν σε αισθήματα φόβου. Τότε ο άνθρωπος βιώνει μία δονητική, ενεργειακή «πτώση», την οποία μοιραία πληρώνει με πόνους και οδύνες - αφού αποτελεί απώλεια κάποιων θετικών-θεϊκών ποιοτήτων του και κάθε απώλεια είναι επώδυνη. Ο Θεός μάς εφοδιάζει με την Πίστη, ο Όφις μάς εξαπατά με το φόβο.

Τα στοιχειακά καραδοκούν για να γκρεμίσουν ό,τι όμορφο χτίζει κανείς με αγάπη και πίστη, επειδή φθονούν την ευλογία της θεϊκής Σφραγίδας που τα ίδια δεν είναι σε θέση να αποκτήσουν. Το αίσθημα του φόβου που κατάφεραν να δημιουργήσουν στο γιο του Ήλιου, τον «λαμπρό» Φαέθοντα, όταν αυτός, στην επιθυμία του να συναντήσει το Φως, δοκίμασε να οδηγήσει το άρμα του πατέρα του, είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθεί.


Ως Φως εν ύλη, ως διαφανής
χρυσός ο ήλεκτρος είναι ο τιμαλφής. -
Ότε απαίσιος δύναμις εμμανής,
φθονούσα τον Φαέθοντα, εκ κορυφής
τον κατεκρήμνισε των ουρανών.


Η εμπιστοσύνη στο Σχέδιο του Θεού μάς θωρακίζει με ολοένα υψηλότερες ενέργειες και μας προστατεύει από τον εαυτό μας που είναι ο μόνος που μπορεί να μας κάνει κακό. Η γνώση και η συναίσθηση της Πορείας του Σύμπαντος του Θεού είναι οι ασπίδες του μυαλού. Η πίστη είναι το μοναδικό αντίδοτο στο δηλητήριο του φιδιού.


Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.


Το έδαφος του φόβου είναι επίσης πρόσφορο και για την ανάπτυξη του αισθήματος της ανυπομονησίας. Βιάζουμε το ταξείδι, απόρροια της εσφαλμένης αντίληψής μας για τον Χρόνο και αντιδρούμε με πρόωρα μέτρα. Αυτό, όμως, που φαίνεται δεν είναι πάντα αυτό που υπάρχει. Κι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για να μη βιαζόμαστε να βγάζουμε συμπεράσματα γιατί όσα φαίνονται να συγκλίνουν μπορεί να είναι πολύ μακριά ενώ όσα φαίνονται να αποκλίνουν μπορεί να είναι πολύ κοντά.


Ίσως δεν έφθασεν ακόμα ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.


Όταν συνειδητοποιήσουμε την πολυπλευρικότητα του χρόνου, θα βεβαιωθούμε πως η βίωση δεν έχει μονοσήμαντη πορεία, παρά μόνο εξωτερικά, επιφανειακά. Η κίνηση του χρόνου προς την κατεύθυνση που εμείς αντιλαμβανόμαστε είναι μερική, γι' αυτό και τα αποτελέσματα μιας κρίσης ως προς αυτή τη διάσταση είναι αναγκαστικά περιορισμένα. Έτσι, λοιπόν, θα πρέπει να μπορούμε να περιμένουμε, όχι με τη συνήθη έννοια της λέξης, αλλά την ουσιαστικότερη: το μέλλον είναι στην πραγματικότητα διευρυμένο παρόν, και ο χρόνος άρα δεν κινείται προς μία κατεύθυνση αλλά με τη μορφή που απλώνεται το κύμα στο νερό, δηλαδή προς όλες τις κατευθύνσεις κυκλικά γύρω από ένα σημείο εκκίνησης, που είναι το παρόν.

Η ακολουθία των γεγονότων μπορεί να φαίνεται καταρχήν τυχαία, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μία μετακίνηση προοδευτικά κατά τη φορά εξάπλωσης του «κύματος» του χρόνου, δηλαδή από το κέντρο προς τα έξω. Η μετακίνηση αυτή της συνείδησης την καθιστά ολοένα πιο ικανή να συνειδητοποιεί όσα, λίγο καιρό πριν, θεωρούσε ανεξήγητα, λόγω της περιορισμένης εκ των πραγμάτων οπτικής.

Η κίνηση του χρόνου είναι ρυθμισμένη ομοιόμορφα προς τη ζωή, στον περιορισμένο χώρο και η πορεία μας φαίνεται να οδηγεί μόνο προς την κατεύθυνση του μέλλοντος. Η συνειδητότητα όμως δεν υπόκειται σε περιορισμούς, όπως και η θάλασσα που δεν έχει κατεύθυνση. Η επιστροφή στο παρελθόν όπως και η μεταφορά στο μέλλον είναι μία μετακίνηση απλά στην περιφέρεια του κύματος, προσωρινή, όμως, και με περιορισμένη συνείδηση, μια που το κέντρο παραμένει πάντα «ενεργό» και αμετακίνητο.


Φεύγουν αι ώραι ως στιγμαί, ως ίπποι εσπευσμένοι
εν πεδιάδι ομαλή, (...)


Κάθε φορά που ο άνθρωπος υποχωρεί στο φόβο, συνδέεται μονομερώς, δηλαδή μόνο με αυτό που φοβάται, και αυτή η μονομερής σύνδεση του στερεί μία πολύκροτη πραγματικότητα. Αντίθετα, όταν συνδέεται με το κέντρο της ύπαρξής του, το οποίο ζει στιγμές ενός αιώνιου παρόντος, αφήνει το χρόνο να πετάξει γρήγορα μπροστά, συμπυκνώνει το μέλλον και ανακουφίζεται αυτόματα από κάθε επώδυνη σύνδεση.

6. Ο φόβος μάς κρατά καθηλωμένους στο παρελθόν. Κουβαλάμε στο παρόν τις δυσάρεστες σκέψεις και εικόνες του παρελθόντος, κουβαλάμε ζωντανό τον απόηχο των αρνητικών μας εμπειριών, αντί να κρατήσουμε απλά μέσα μας το απόσταγμα της κάθε εμπειρίας ως καταστάλαγμα γνώσης. Η αλήθεια όμως είναι ότι η ζωή μας, την κάθε στιγμή, προχωρά μπροστά, καινή και ανέπαφη από το παρελθόν, εκτός αν εμείς θελήσουμε να τη χρωματίσουμε με τη σκιά του.

Επειδή το παρελθόν είναι το μόνο διάστημα της ζωής μας που γνωρίζουμε, μας φαίνεται φυσικό και αυτονόητο να ασχολούμαστε μ' αυτό, επιστρέφοντας κυρίως στις αρνητικές του στιγμές. Η διαρκής όμως νοητική ενασχόληση με το παρελθόν μπορεί να ωθήσει στην επανάληψή του κι αυτό γιατί το Σύμπαν είναι ένα τεράστιο φωτοτυπικό μηχάνημα: ο ανθρώπινος νους είναι που κινεί την εξέλιξη των πραγμάτων, και το προδιαγεγραμμένο δεν είναι παρά η ακολουθία στο δρόμο που θα επιλέξει κανείς. Συνεπώς, όσο συνεχίζουμε να αναπαράγουμε μέσα μας φρικώδεις αναμνήσεις και εικόνες από βδελυρούς καιρούς, φορτίζουμε αρνητικά την αύρα μας δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μία επανάληψή τους.

Όποτε, λοιπόν, αρχίζουν / να μας καταλαμβάνουν σκέψεις οχληρές / της παραστρατημένης μας ζωής, πρέπει να τις αντικαθιστούμε άμεσα με κάποια άλλη σκέψη ή δραστηριότητα και να αναβάλλουμε την επεξεργασία τους τη συνειδητή για όταν θα έχουμε επανέλθει στην ισόρροπη κατάσταση της εσωτερικής αρμονίας και ησυχίας.


Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά -
βγήκα ν' αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνηση του δρόμου και των μαγαζιών.


Αν και το παρελθόν θα μπορούσε να μας διδάξει, γιατί τα λάθη είναι πάντα επαναλαμβανόμενα και κυκλικά, εν τούτοις αντιμετωπίζουμε κάθε φορά μια κατάσταση σα να είναι η πρώτη φορά. «Η Ιστορία επαναλαμβάνεται», αλλά και στην προσωπική μας ζωή, μέχρι να βρούμε το απόλυτο φως που αναζητάμε, χαράζουμε συνεχώς επαναλαμβανόμενους κύκλους, ερχόμαστε διαρκώς αντιμέτωποι με τα ίδια προβλήματα.


Θα γίνη τώρα τούτο, κ' έπειτα εκείνο·
και πιο αργά, σε μια ή δυο χρονιές (ως κρίνω),
τέτοιες θα είν' η πράξεις, τέτοιοι θάν' οι τρόποι.

(...)

- Κ' έπειτ' αυτός τούτο θα πράξη,
τούτο εκείνος· και με τον καιρόν οι άλλοι
τα ιδικά των. Και θ' αρχίσουμε και πάλι.


Όταν παρατηρούμε πως ένα πρόβλημα μας ακολουθεί στη ζωή μας επανεμφανιζόμενο σε πολλούς τομείς, αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως κάποιος επιθυμεί να μας κάνει να υποφέρουμε ή πως το Σύμπαν λειτουργεί με αισθήματα σαδισμού. Αντίθετα: το ότι δεν το λύσαμε όταν πρωτοεμφανίστηκε, έδειξε πως δεν ήμασταν ακόμα ικανοί και έτοιμοι, έτσι, τροποποιούνται οι «συνθήκες», το εξωτερικό περίβλημα του προβλήματος, για να ξαναδοκιμάσουμε με νέους όρους που ίσως μας διευκολύνουν περισσότερο. Παράλληλα, η επαναλαμβανόμενη εμφάνιση με διαφορετικές μορφές του ίδιου προβλήματος μας κάνει ικανούς να το αναγνωρίζουμε, ακόμα κι όταν είναι περίτεχνα συγκαλυμένο και να εξοικειωνόμαστε μ' αυτό. Η εξοικείωση είναι το πρώτο βήμα πάντα για να απομακρύνεται ο φόβος, ο οποίος «παγώνει» κάθε αντίδραση του ανθρώπου.

Η εξέλιξη είναι μία ιδιαίτερα αργή διαδικασία· γι' αυτό, ακόμα και ο άνθρωπος που έχει επίγνωση της πορείας του και της αναγκαιότητας των επαναλήψεων, είναι αναπόφευκτο κάποιες στιγμές να αισθανθεί κόπωση:


Την εργασίαν μου την προσέχω και την αγαπώ.
Μα της συνθέσεως μ' αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης.


Κι ενώ συχνά αισθανόμαστε ότι κινούμαστε γύρω από τους ομόκεντρους κύκλους που, εν τέλει, μόνοι μας σχεδιάζουμε, τις περισσότερες φορές δεν βλέπουμε ότι η λύση που αναζητάμε είναι ήδη μπροστά μας και μάλιστα εφαρμοσμένη στην πράξη πολλές φορές και υπό δυσκολότερες συνθήκες. Θυμίζουμε λίγο τον άνθρωπο που γιατρεύτηκε από ασθένεια της όρασης και κάπου κάπου η ανάμνησή της τον κάνει να «μη βλέπει». Βέβαια, ένα τέτοιο ψυχολογικό φαινόμενο δεν είναι σπάνιο ούτε περίεργο, απλώς θέλει χρόνο για να πειστεί η ψυχή πως έχει πια βρει διέξοδο. Επαναλαμβάνοντας την άσκηση βεβαιώνεται πως γνωρίζει τη λύση. Σ' αυτόν τον πολύ απλό φυσικό νόμο, στηρίζεται, κατά τη γήινη αναλογία, και η μελέτη για τις εξετάσεις στο σχολείο· λύνουμε και ξαναλύνουμε την ίδια μαθηματική άσκηση έως ότου ενσταλαχθεί μέσα μας η βεβαιότητα πως έχουμε κατανοήσει και μπορούμε να ανασύρουμε αυτόματα το μηχανισμό της λύσης, όχι μόνο για την ίδια άσκηση αλλά και για μια κατηγορία με παρόμοιες. Η λύση βρίσκεται την πρώτη φορά· η συνέχεια είναι απλά διαδικασία μάθησης δι' επαναλήψεως.

Χρειάζεται πολύς χρόνος για να κατανοήσουμε σε βαθύτερο επίπεδο και να εφαρμόσουμε εκείνο, που μας φαίνεται κατ' αρχήν αυτονόητο ή απλό· χρειάζονται πολλές ασκήσεις για να κατακτηθεί η Αγάπη.

Αρκεί να φανταστούμε έναν άνθρωπο που δεσμεύεται από τα ένστικτά του - κατά βάσιν άρα λειτουργεί με το δεύτερο κέντρο - και ξαφνικά η ζωή τον βάζει σε λιμένα πρωτοειδωμένο, τον φέρνει μπροστά από μια εμπειρία αληθινής αγάπης· αρχίζει τότε να ακτινοβολεί ένα από τα υψηλότερα ενεργειακά του κέντρα. Βέβαια, ο ερεθισμός ενός κέντρου από κάποια συγκεκριμένη εμπειρία δεν είναι αρκετός για να μιλάμε για συνειδητή ενεργοποίηση του κέντρου αυτού. Χρειάζεται να επαναληφθεί πολλές φορές αυτού του είδους η ενεργοποίηση για να μπορέσει ο άνθρωπος να οριστικοποιήσει τη συνειδητή λειτουργία, με το δικαίωμά του νάναι πολίτης εις των ιδεών την πόλι, κάτι που συχνά απαιτεί πολλούς κύκλους ζωής με αντίστοιχα βιώματα.

Όταν η συνείδηση αφυπνιστεί και ο άνθρωπος αποκτήσει επίγνωση του προορισμού του, επιθυμεί διακαώς τη συμπόρευση με το Φως και την άνοδό του στην πολύ υψηλή της Ποιήσεως σκάλα. Καθώς, μάλιστα, συνειδητοποιεί ότι πράγματα πολλά έξω να κάμει έχει, προσπαθεί να υπερβεί τα όρια της γήινης στιγμής. Ξεχνά ότι ο χρόνος δεν υπάρχει κι ότι αυτό που εμείς οι άνθρωποι ονομάζουμε «νωρίτερα» ή «αργότερα» δεν έχει καμιά ουσιαστική σημασία, ότι ο χρόνος είναι η αιωνιότητα και ο δρόμος είναι πάντα η ένωση με το Θεό. Ξεχνά, επίσης, πόσο μακρύς είναι αυτός ο δρόμος και ότι δεν πρέπει να περιμένει από τον εαυτό του να ενστερνιστεί αυτή τη γνώση τόσο σύντομα και ανώδυνα. Έτσι, αντί να εύχεται νάναι μακρύς ο δρόμος, είναι πιθανό να πέσει στην κακοτοπιά της ανυπομονησίας και της αποθάρρυνσης, καταστάσεις που τον καθυστερούν ακόμα περισσότερο και κλέβουν τη χαρά του.

Ο μαθητής εξομολογείται στον Δάσκαλο:


Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω
κ' ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, είν' υψηλή το βλέπω
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ' το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ' ανεβώ ο δυστυχισμένος».

Η ζωή του ανθρώπου ξεκινά υπό συγκεκριμένες προδιαγραφές, τις οποίες όμως ο άνθρωπος μπορεί, αναλόγως της θελήσεως και του επιπέδου εξέλιξής του, να τροποποιήσει. Η τροποποίηση αυτή συνήθως δεν αναιρεί τα στάδια που ο άνθρωπος πρέπει να περάσει στη συγκεκριμένη ενσάρκωση, μπορεί όμως να τα συμπυκνώσει όσο αυτό είναι δυνατόν και να περάσει σε νέες φάσεις που δεν είχαν εξ αρχής προβλεφθεί γι' αυτόν. Αυτό ενέχει όμως τους εξής κινδύνους: την υπέρμετρη φιλοδοξία, που τρέφεται κι ενισχύεται όσο ο άνθρωπος βιώνει τις «επιτυχίες» του, και την ελλιπή «βίωση» των μαθημάτων.

Και τα δύο αυτά μπορούν να καταστρέψουν κάθε άγουρη προσωπικότητα, όσο κι αν οι αρχικές προθέσεις ήταν αγνές και άδολες. Η γνώση για να κατακτηθεί απαιτεί ακούραστη βίωση επαναλήψεων, τον αριθμό των οποίων είναι φρονιμότερο να αποφασίζουν οι Διδάσκαλοι και όχι οι μαθητές, οι προπονητές και όχι οι αθλητές, η συμπαντική Πρόνοια και όχι ο άνθρωπος.

Κάθε φορά που η ανυπομονησία μας - ή, αν το θέλουμε αλλιώς, η ειλικρινής επιθυμία μας - μας ωθεί να θέλουμε να προχωρήσουμε βαθύτερα στην ατραπό της Μύησης, ας σκεφτούμε πως τα μεγάλα βήματα δεν σημαίνουν απαραίτητα πως θα φτάσει κανείς νωρίτερα το στόχο· αντίθετα, τα βεβιασμένα βήματα οδηγούν ασφαλέστερα στην απώλεια. Στην υστερινή γραμμή προφθαίνει μόνο εκείνος που σιγά, σιγά τον δρόμο βρίσκει, έχοντας πλήρως κατανοήσει τη βαθύτερη σημασία του «σπεύδε βραδέως».

Όσο η εξέλιξη προχωρεί, ο άνθρωπος ξεφεύγει από κάθε είδους δεσμεύσεις σε υλικό επίπεδο, κάτι που δεν μπορεί να κάνει όταν και όσο βρίσκεται σε κατώτερες βαθμίδες. Αυτή η αίσθηση της εμπιστοσύνης στην άμεση Πρόνοια μπορεί να συνειδητοποιηθεί μόνο όταν ο άνθρωπος έχει εισέλθει στην ατραπό, και αυτό αποτελεί ειδοποιό γνώρισμα της φάσης αυτής. Όσο, λοιπόν, υλοποιεί αυτή την εμπιστοσύνη εκτελώντας αδιαμαρτύρητα και τις πιο επίπονες ασκήσεις, παρ' όλες τις πολλαίς κακουχίαις που βρίσκει στον δρόμο, εδραιώνει την πορεία και την επιλογή του στο μονοπάτι της θείας Μύησης.