Μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία

 

7. Στη γήινη ζωή, οι πρώτοι καθρέφτες της Συνείδησής μας, εκεί όπου θα δούμε το φόβο μας να προβάλλεται, είναι οι συνάνθρωποί μας· γι' αυτό και οι σχέσεις των ανθρώπων είναι ένα μάθημα σπουδαίο και κοινό για όλους. Όλα τα αρνητικά συναισθήματα (θυμός, ζήλια, θλίψη, μίσος) που θα ανασυρθούν εντός μας από την αλληλεπίδρασή μας με τους ανθρώπους, δεν είναι παρά εκφάνσεις του Φόβου. Με άλλα λόγια, η ρίζα τους είναι η έλλειψη, η απουσία Αγάπης.

Κάθε φορά που ένας άνθρωπος μας προκαλεί, ανασύροντας από μέσα μας ένα αρνητικό συναίσθημα, ας αναλογιστούμε πως στην πραγματικότητα ο άνθρωπος αυτός έχει γίνει ο καθρέφτης που αντανακλά κάποια δική μας ψυχική εκκρεμότητα και έτσι μας υποβάλλει στη διαδικασία να την αντιληφθούμε και να την αντιμετωπίσουμε. Οι συνάνθρωποι είναι οι συν-εργάτες μας στην αποπεράτωση του έργου προς τον Εαυτό μας. Αν ο στόχος μας είναι να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και να ενωθούμε σ' Αυτόν, τότε η ανταλλαγή ενεργειών με τους ανθρώπους είναι πολύτιμος αρωγός σ' αυτή μας την προσπάθεια αναμόχλευσης του υποσυνειδήτου και ξεκαθαρίσματος.

Στο μεγαλύτερο μέρος της πορείας μας, ο φόβος κυριαρχεί στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους, επειδή φοβόμαστε τις άγνωστες, ακόμα σε μας, πλευρές του εαυτού μας. Όσο δεν είμαστε έτοιμοι να διαγνώσουμε και να θεραπεύσουμε τους φόβους μας, χτίζουμε γύρω μας μια εξαίρετη πανοπλία κι ο καθένας μας γίνεται ένας Αιμιλιανός Μονάη:


Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία
και θ' αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.


Το φόβο τον ορίζουμε μόνοι μας πολλές φορές, όσο ονομάζουμε αυτά που συγκεκριμένα μας φοβίζουν. Εγκλωβιζόμαστε στο φόβο, όσο αποδίδουμε στους άλλους τη δύναμη και τη δυνατότητα να μας απειλούν.


Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.


Κανείς δεν έχει τέτοια δύναμη ούτε δυνατότητα εφόσον δεν του την παρέχουμε νοητικά. Στην πραγματικότητα του «προβάλλουμε» μια πράξη που οι ίδιοι πράττουμε εναντίον του εαυτού μας, τον χρησιμοποιούμε σαν καθρέφτη, όπου βλέπουμε στ' αλήθεια το πρόσωπό μας να «απειλεί» τον εαυτό μας. Με άλλα λόγια, προβάλλουμε στον άλλον το φόβο μας πως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί και έτσι τον καθιστούμε ικανό να το πραγματοποιήσει. Κάποτε μάλιστα, τον «αναγκάζουμε» να το κάνει, προβάλλοντάς του ισχυρά την αρνητική μας σκέψη, ενώ ο ίδιος από μόνος του δεν θα αναλάμβανε κάτι τέτοιο. Θα θέλουν να με βλάψουν, προεξοφλεί ο Αιμιλιανός Μονάη.

Όσο προβάλλουμε στους γύρω μας την απειλή εναντίον του εαυτού μας, τόσο γινόμαστε ανίκανοι να τους αγαπάμε, διότι τους δεσμεύουμε στον αντικατοπτρισμό μιας αρνητικής εκπόρευσης, τους βαραίνουμε με πράξεις αρνητικής ανταπόδοσης και τους ακινητοποιούμε σε συμπεριφορές που εξυπηρετούν συγκεκριμένους σκοπούς που έχουμε σχεδιάσει εμείς για τον εαυτό μας.

Με λόγια, με φυσιογνωμία και με τρόπους έχτισε την πανοπλία του και ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης. Από φόβο ότι δεν είναι άξιος να αγαπηθεί γι' αυτό που είναι, απέλυσε την ταυτότητά του, καταβάλλοντας μάλιστα τεράστια προσπάθεια για να κατασκευάσει και να διατηρήσει τη δυστυχία του.


Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Αριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ' όνομά του, κ' η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Αγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ' οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ' επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
κ' έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ' οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειό τους, οι απαίσιοι.

Γι' αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά·
κ' έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.


Η πανοπλία του ηγεμόνα είναι χτισμένη στη μίμηση. Ο φόβος καλλιεργεί στους ανθρώπους την πλάνη της ομοιότητας και τους εξωθεί να υποτάσσονται συνειδητά ή ασυνείδητα στις προσταγές της εξομοίωσης. Από επιθυμία να συνυπάρξουν αρμονικά με τους συνανθρώπους, καταφεύγουν στη μίμηση, αποτάσσοντας την ευθύνη της μοναδικότητας, στην πραγματικότητα, όμως, την Φύσιν βεβηλούσι. Μέχρι ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει την μοναδικότητά του, θα χρησιμοποιεί ξένα κριτήρια για να κρίνει και να αποφασίσει για τη δική του ζωή, θα συγκρίνει με δεδομένα γήινων παραμέτρων και θα παρασύρεται από πλάνα ζωής που ισχύουν για τους άλλους ανθρώπους.

Η αλαζονεία είναι η κόρη της ντροπής· οι έπαινοι δεν χρειάζονται πια σ' αυτούς που θέλησαν να μεγαλώσουν. Ο ηγεμών αρκείται στην καλούτσικην εντύπωση, φτάνει να δεχθεί, και μάλιστα ευχαρίστως, τις τιμές των ανθρώπων επειδή δεν είναι ακόμα έτοιμος να διεκδικήσει αυτό που πραγματικά ποθεί: την αγάπη τους. Αντικρύζει έτσι τους κακούς ανθρώπους ο τυχαίος, αστείος αυτός άνθρωπος, θυμίζοντάς μας κι εκείνον τον άλλο νέο, ο οποίος είχε εξασφαλίσει την εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα και δεν συγχιζόταν που έχασε μια αστεία νίκη, καθώς γνώριζε πως ανεξάρτητα από την έκβαση του αγώνα, αν μυστικά το είχε προστάξει - / θάβγαζαν πρώτο, οι κόλακες, και το κουτσό του αμάξι.

Οι έπαινοι δεν είναι αγάπη· αυτό η Συνείδηση το γνωρίζει. Ο γήινος άνθρωπος, όμως, το παραγνωρίζει όσο ακόμα του χρειάζεται το ψεύδος του επαίνου και της επιβεβαίωσης των ανθρώπων. Κι ενώ μέσα του γνωρίζει την αλήθεια: ότι έσπασε μια ρόδα, ότι ήταν ακαλαίσθητος, ότι έχασε μια νίκη, σημασία γι' αυτόν έχει να φανεί πρώτος στα μάτια των ανθρώπων, να είναι ο νέος ο πιο δοξαστός. Αλλά και ο ηγεμών αισθάνεται ότι πλήττει και δεν είναι ευτυχής, όμως, τρέμει η ψυχή του μην χάσει την πανοπλία του και αποκαλυφθεί η αλήθεια.

Στην προσπάθειά του να διατηρήσει την πανοπλία της μίμησης, επεκτείνει το φόβο. Το ψεύδος γίνεται τόσο βολικό και πειστικό, ώσπου, κάποια στιγμή, χάνει τα ίχνη του δρόμου του· ξεχνά πότε κατασκεύασε την πανοπλία του και γιατί. Και κάποτε παύει να αισθάνεται ότι φορά πανοπλία, παύει να έχει επίγνωση της δυστυχίας του. Θεωρεί τότε φυσικό να έχει απολέσει τον εαυτό του, χωρίς καν να υποψιάζεται ότι βεβήλωσε την Φύσιν του.

8. Στο πρόσωπο δύο άλλων χαρακτηριστικών φορέων πανοπλίας, του Χριστιανού επισκόπου Πηγάσιου και του Χριστιανού ηγεμονίσκου Ιουλιανού, βλέπουμε καθαρά ότι όσο περισσότερο προσπαθούμε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας, τόσο αυτό μας κάνει να υποφέρουμε, γιατί γινόμαστε έρμαια καχυποψίας και φόβου και απομακρυνόμαστε από την αγάπη και την ενότητα.


Εισήλθαν στον περικαλλή ναό της Αθηνάς
ο Χριστιανός επίσκοπος Πηγάσιος
ο Χριστιανός ηγεμονίσκος Ιουλιανός.
Εκύτταζαν με πόθον και στοργήν τ' αγάλματα -
όμως συνομιλούσανε διστακτικώς,
με υπαινιγμούς, με λόγια διφορούμενα,
με φράσεις πλήρεις προφυλάξεως,
γιατί δεν ήσαν βέβαιοι ο ένας για τον άλλον
και συνεπώς φοβούνταν να μην εκτεθούν,
ο ψεύτης Χριστιανός επίσκοπος Πηγάσιος
ο ψεύτης Χριστιανός ηγεμονίσκος Ιουλιανός.


Και όμως, κάτω από τα ψεύδη που τους σκεπάζουν, ο επίσκοπος και ο ηγεμονίσκος αισθάνονται «ευτυχείς», διότι έφτασαν ψηλά στη γήινη ιεραρχία, χωρίς να τους απασχολεί το ότι μέσα τους κυριαρχεί το ψεύδος του φόβου και απουσιάζει η αλήθεια της αγάπης. Τους ευτυχείς, άλλωστε, οι άνθρωποι τιμώσι και τους υμνούσι ψευδοποιηταί.


Οι άφθονοι έπαινοι κ' η κολακείες
εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί,
ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί·
κάθ' επιχείρησίς των σοφοτάτη.


Ο γήινος κόσμος μας καθοδηγείται σήμερα και θα εξακολουθήσει να καθοδηγείται από ανθρώπους χωρίς αγάπη - ξόανα επίσημα και σοβαροφανή - όσο οι άνθρωποι θα ζουν στη συχνότητα του φόβου. Θα κυριαρχεί ο φοβισμένος και σκληρός άνθρωπος, το «κύμβαλον αλαλάζον» κατά τον Παύλο, το «κεραμεούν» και «φαύλον»· το σιχαμερό, κατά τον Απολλώνιο Τυανέα: που κιόλας μερικούς (χωρίς προπόνησιν αρκετή) αγυρτικώς εξαπατά.

Αυτή την πλάνη της αμφίπλευρης εξαπάτησης προδίδουν άλλωστε και τα ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη: πιστεύει ότι θα καταφέρει να εξαπατήσει τους ανθρώπους, πεποίθηση που οικοδόμησε ο νους του· γιατί η έπαρση είναι ιδιότητα του νου, όχι της καρδιάς. Γι' αυτό και επιστρατεύουμε πάντοτε ένα νοητικό κατασκεύασμα για να αιτιολογήσουμε στον εαυτό μας τους φόβους μας ή και για να καυχηθούμε για την αποτελεσματικότητα της πανοπλίας μας:


... Αλλά δεν θα ξέρει
κανείς απ' όσους θα με πλησιάζουν
που κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν.


Έτσι, είναι δυνατόν στο γήινο βασίλειο να αναρριχηθεί ένας άνθρωπος στις πιο ψηλές βαθμίδες. Στην πνευματική όμως Ιεραρχία των όντων, απέναντι στους Νομοθέτας που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης, βρίσκεται τόσο χαμηλά όσο πιο μακριά είναι από την αγάπη και την αλήθεια της ύπαρξής του. Το στίγμα για την οριοθέτηση της εσωτερικής μας εξέλιξης, στη διαδρομή μας προς την Τελείωση, δίνει αποκλειστικά και μόνο η ικανότητά μας να αγαπάμε. Και ο άνθρωπος γίνεται ικανός να αγαπήσει μόνο όταν χαθεί από μέσα του και το παραμικρό ίχνος φόβου. Έστω και το παραμικρό ίχνος αισθήματος απειλής, ανασφάλειας και αισθήματος ευπρόσβλητου μπορεί να καταστρέψει κάθε αγάπη.

Οι πανοπλίες του φόβου είναι τόσες πολλές και διαφορετικές όσες είναι και οι άνθρωποι. Έχουν όμως όλες τους ένα κοινό χαρακτηριστικό: το ότι ο άνθρωπος που τις ενδύεται δεν βρίσκεται σε ενότητα με τον εαυτό του. Ενότητα σημαίνει συνειδητοποίηση. Ο άνθρωπος που ζει στο διαχωρισμό και τη δυαδικότητα κοιμάται ασυνείδητος, ήσυχος, κ' ευτυχής, όπως ο Νέρων, και μπορεί να γίνει ακούσιος πρόξενος μεγάλων συμφορών, όπως ο νέος Έλληνας ο σοφιστής στο παλάτι της Σαλώμης:


Επάνω σε χρυσό σινί η Σαλώμη φέρνει
την κεφαλή του Ιωάννη Βαπτιστή
στον νέον ΄Ελληνα τον σοφιστή
που από τον έρωτα με αδιαφορία γέρνει.

«Σαλώμη την δική σου» απαντάει ο νέος
«ήθελα να με φέρουνε την κεφαλή».
Αστειευόμενος έτσι ομιλεί.
Και την επαύριον ένας δούλος της δρομαίος

της Ερωμένης έρχεται την κεφαλή βαστώντας
ολόξανθη επάνω σε χρυσό σινί.
Πλην την επιθυμία του την χθεσινή
ο σοφιστής είχε ξεχάσει μελετώντας.

Τα αίματα 'που στάζουνε βλέπει κι' αηδιάζει.
Το αιματωμένο πράγμα αυτό να σηκωθή
προστάζει από εμπροστά του, κ' εξακολουθεί
του Πλάτονος τους διαλόγους να διαβάζη.


Γελώσι, αδιάφοροι και σκληροί, πλην όμως ευτυχείς, οι ασυνειδητοποίητοι άνθρωποι, όσοι ακόμα βρίσκονται στα αρχικά στάδια της εξέλιξης. Το μικρό παρελθόν πορείας της ανθρώπινης ψυχής συνεπάγεται «σκληρό» ψυχισμό, γιατί ο γήινος άνθρωπος είναι ζυμωμένος από το βασικό χαρακτηριστικό της ύλης: τη σκληρότητα.

Το φως της ψυχής είναι ακόμα αδύναμο για να διατρήσει την πυκνή ύλη των σωμάτων του γήινου ανθρώπου και να υπερκεράσει την απώλεια. Τον πλανούν ορέξεις της ύλης και του θετικού αγάπη. Μετασχηματίζει τη συμπαντική ενέργεια σε χαμηλές, υλικές δονήσεις και μόνο μέσα από τον συνειδητό-κατώτερο εαυτό του. Γι' αυτό και ταυτίζεται απόλυτα με τη γήινη ζωή και τις εκδηλώσεις της. Κρίνει εν τη λογική, που είναι η τυφλή του ασθένεια και πιστεύει μόνον όσα βλέπει· αλλά πλάνη και αδικία είναι η κρίσις του. Οι άκαμπτες νοητικές του δομές, δύσκολα επηρεάζονται ή ανατρέπονται. Ζει στα στενά όρια μιας «προσωπικής» ζωής και το «εγώ» ασχολείται μόνο με τα προβλήματά του.

Η συνειδητότητά του είναι περιορισμένη, καθότι βρίσκεται συνεχώς εστιασμένη στον εξωτερικό κόσμο, στις μορφές που τον περιβάλλουν, στα συναισθήματα και τις σκέψεις του, στην υλοποίηση των γήινων επιθυμιών του. Η κεντρομόλος δύναμη του «εγώ» ωθεί την ψυχή του προς υποχρεωτικές εμπειρίες, αυτο-ακυρώνοντας το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης: οι γήινες επιθυμίες του είναι δεσμά για την ψυχή του, τον κατέχουν, συγκαλύπτουν ανάγκες από τις οποίες δεν μπορεί να απαγκιστρωθεί και αποτελούν ένα καταναγκασμό του πνεύματός του προς τη μοναδική κατεύθυνση της ικανοποίησής τους.

Αδύναμος, μέσα στη σκληρότητα της Ύλης, ο γήινος άνθρωπος βρίσκεται μακριά από τη σοφία και τη Δύναμη καθώς η πραγματική Δύναμη συνοδεύεται από γνώση και σοφία· γι' αυτό και η Δύναμη συνοδεύει αυτούς που έχουν αποδείξει πως είναι ικανοί να την κατευθύνουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Όχι η σκληρότης. Αλλά η Επιείκια, η Λύπη, η Παραχώρησις, η Καλοσύνη (αυτά, βέβαια, συνετώς, χωρίς υπερβολές) είναι και η Δύναμις και η σοφία.

9. Ο Αιμιλιανός Μονάη, ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης, ο ψεύτης ηγεμονίσκος Ιουλιανός, ο ψεύτης επίσκοπος Πηγάσιος, ο Νέρων, ο σοφιστής που διαβάζει τον Πλάτωνα στο παλάτι της Σαλώμης, έζησαν κάτω από τα ψεύδη που θα τους σκεπάζουν για πολύ καιρό. Οι άνθρωποι καθηλωνόμαστε στο φόβο μια ολόκληρη ζωή ή ολόκληρες ζωές και το κυριότερο, η έλλειψη συνειδητοποίησης μάς ωθεί στη διάπραξη μικρών και μεγάλων εγκλημάτων εναντίον του εαυτού μας και των άλλων. Η άγνοια μάς εξαναγκάζει να αμαρτήσουμε, να αστοχήσουμε, να γίνουμε «κακοί».

Ο Σωκράτης έλεγε πως «ουδείς εκών κακός» εννοώντας πως η έλλειψη συνειδητοποίησης οδηγεί στο Κακό:

The (so called) wicked man hates badness as much as the (so called) good man. Only his appreciation of what is bad is different. He explains his actions to himself and does not consider them bad. At the same time that he is committing a very bad action - a crime - there are many actions (things) which he disapproves and would not do because he considers that they are bad. So, from one point of view, a/no "bad man" /does not / exists. We are all - variously - all, and all want to be, good.

(Μτφ.)

Ο (έτσι τον αποκαλούμε) κακός άνθρωπος μισεί την κακία εξίσου με τον (αποκαλούμενο) καλό άνθρωπο. Μόνο ως προς την εκτίμηση του για το τι είναι κακό διαφέρει. Εξηγεί στον εαυτό του τις πράξεις του και δεν τις βρίσκει κακές. Ενώ διαπράττει μια πολύ κακή πράξη - ένα έγκλημα - την ίδια στιγμή καταδικάζει πολλές άλλες πράξεις, που ποτέ δεν θα τις έκανε αφού τις θεωρεί κακές. Έτσι, από μια άποψη, δεν υπάρχει «κακός άνθρωπος». Είμαστε πολύμορφοι, οι πάντες, τα πάντα. Και όλοι να είμαστε καλοί θέλουμε.

When you feel that you are wicked and it pains you and you have qualms of conscience you are, in reality, wicked no more because you dislike your actions and they nolonger belong to you. But when you are wicked with no qualms of conscience and you rather enjoy, then you are wicked unconsciously, so are not wicked at all, for you are not responsible. Then there exists no wickedness after all?

(Μτφ.)

Όταν το αισθάνεσαι ότι είσαι κακός κι αυτό σε πονά και σου δημιουργεί τύψεις, δεν είσαι, στην πραγματικότητα, κακός αφού σιχαίνεσαι τις πράξεις σου και πια δεν σου ανήκουν. Αλλά και όταν είσαι κακός χωρίς να τύπτει η συνείδηση και λίγο το απολαμβάνεις, είσαι ασυνείδητα κακός, άρα καθόλου κακός, γιατί τότε υπεύθυνος δεν είσαι. Οπότε, για ποια κακία μιλάμε;

Το στάδιο της άγνοιας είναι νομοτέλεια στη διαδικασία της εξέλιξης και δεν μπορεί κανείς να το αποφύγει, όπως για παράδειγμα, κατά τη γήινη αναλογία, δεν μπορεί ένας άνθρωπος να ενηλικιωθεί αν δε διανύσει προηγουμένως το στάδιο της παιδικής ηλικίας. Αν δεν προηγηθεί η άγνοια και μάλιστα αν δεν παραμείνει κανείς σ' αυτήν όσο χρειάζεται, δεν μπορεί να περάσει στη μάθηση.

Αυτό που υπάρχει για τον καθένα είναι μόνο αυτό που περιέχεται στη συνείδησή του και ό,τι δεν έχει ακόμα κατακτήσει, αυτό δεν υπάρχει.

Από τη στιγμή που βρισκόμαστε εδώ ενσαρκωμένοι, είμαστε όλοι «ασθενείς και οδοιπόροι», δηλαδή αδύναμοι και εν πορεία, γι' αυτό «αμαρτίαν ουκ έχομεν». Αυτός που αστοχεί και δεν το γνωρίζει δεν είναι δυνατόν να κριθεί, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κάποτε θα επιδιώξει να ακυρώσει το κακό αποτέλεσμα ακόμα και των μη συνειδητών αστοχιών του. Η έννοια της αμαρτίας αρχίζει να υφίσταται από τη στιγμή που ο άνθρωπος αποκτά επίγνωση του δρόμου και του προορισμού του. Για να παρεκκλίνει κανείς από μία πορεία πρέπει να την έχει χαράξει και να τη διανύει συνειδητοποιημένα. Αυτός που επιλέγει συνειδητά το Καλό, το δρόμο της επανάκτησης των ύψιστων θετικών-θεϊκών ιδιοτήτων του, αυτός συνειδητοποιεί την αστοχία του, ξέρει βαθιά μέσα του ακόμα και το δυνητικό του σφάλμα και εισέρχεται, ούτως ή άλλως, αυτόματα στη διαδικασία επιστροφής στο στόχο του, κάθε φορά που παρεκκλίνει απ' αυτόν.

Το τελικό Καλό ως ύψιστος στόχος, που είναι πάντα Εν, δεν είναι παρά το «κακό», που με μόχθο και πόνο ψυχικό μετασχηματίσαμε σε καλό. Το «κακό», η απουσία των θετικών-θεϊκών ιδιοτήτων μέσα μας, δεν αποτελεί αυθύπαρκτη κατάσταση του εαυτού· το ορίζουμε, άλλωστε, εξαρτώμενοι από το καλό. Κακό, για παράδειγμα, είναι η άγνοια του καλού, η αμφιβολία μας για το καλό. Κακό είναι το προσπέρασμα ή η υπέρβαση του καλού. Κακό είναι η κακή χρήση του καλού. Κακό είναι η κούραση ή η μη αντοχή του καλού. Κακό είναι το καλό που δεν είναι έτοιμο.

Γι' αυτό και οι παλινδρομήσεις μας στο «κακό», απόρροια του φόβου, είναι αναπόφευκτες. Είναι τόσο βαθιά ριζωμένο στην ανθρώπινη ψυχή που θα νικηθούμε πολλές φορές, για να ξανασηκωθούμε όμως, και να πολεμήσουμε περισσότερο σκληρά, μέχρι να ανακηρυχθούμε νικητές του Φωτός. Μην ξεχνάμε πως ακόμα κι ο Κύριος αγωνίστηκε με τον Πειρασμό τρεις φορές.

10. Στην εποχή μας η συνείδηση έχει εστιαστεί αποκλειστικά στην υλική όψη της ζωής. Ο Κόσμος μας είναι κυριευμένος από την άγνοια - και η άγνοια είναι το «Κακό». Είναι η εποχή που «το Θηρίο» βασιλεύει, δηλαδή η απληστία, η εξάρτηση, η αδιαφορία, η αναλγησία. Και όλα αυτά είναι η έλλειψη της Γνώσης της Αλήθειας. Αυτή η Γνώση είναι τόσο σημαντική ώστε οδήγησε τους Πρωτόπλαστους στη διάθεση να κλέψουν από το Δέντρο «της Γνώσης του Καλού και του Κακού», και στη συνέχεια να τιμωρηθούν απομακρυνόμενοι απ' αυτό που θέλησαν να κλέψουν. Διότι η Γνώση δημιουργείται, καλλιεργείται, και μόνο τότε μπορεί να γευτεί κανείς τους καρπούς Της, και όχι προσπαθώντας να αποσπάσει βίαια κάτι που δεν μόχθησε να καλλιεργήσει.

Έτσι έγινε και με τον προηγούμενο πολιτισμό. Κι εκείνος τιμωρήθηκε να επιστρέψει πάλι στην αρχή, για να μπορέσει να γίνει αντάξιος της Γνώσης, και όχι να την κλέψει. Ας δούμε και τον άλλο μύθο του Προμηθέα, που έκλεψε τη Φωτιά απ' τους Θεούς, και τιμωρήθηκε. Φυσικά, η τιμωρία δεν είναι τίποτ' άλλο από τα αποτελέσματα της ίδιας της πράξης του ανθρώπου, και κανένας Θεός δεν την «επιβάλλει».

Η γνώση είναι απαραίτητη για τον άνθρωπο, που δεν θέλει να παραμένει τυφλός. Η γνώση είναι η αγάπη για τον Θεό και πρέπει να την αναζητά όποιος Τον ψάχνει. Γιατί είδαμε ότι μπορεί ένας άνθρωπος να είναι απόλυτα εναρμονισμένος με τη γήινη ζωή, να έχει μάλιστα αναρριχηθεί στα υψηλότερα γήινα αξιώματα, να διαβάζει τον Πλάτωνα, να μελετά τις Γραφές και να προσεύχεται, να «γνωρίζει» τα πάντα κι όμως, να μην κατανοεί τίποτα! Όσο δεν αρχίζει το πραγματικό ταξίδι της αυτογνωσίας, την εσωτερική εργασία συνειδητοποίησης, ώστε να καθαρίσει την καρδιά του από τους φόβους και να επαν-ενωθεί με την Αγάπη, θα παραμένει εξόριστος, καταδικασμένος στα σκοτάδια της ύλης και της εξωτερικής επιφάνειας.


Αι πύλαι, πλην, της Φύσεως είναι κλεισταί
εις όσους αδιάφοροι, σκληροί γελώσι,
γελώσι ξένοι εν πατρίδι δυστυχεί.


Η γνώση αποτελεί προπύργιο της ζωής. Δεν υπάρχει περίπτωση να μας δοθεί εξωτερικά, μας αποκαλύπτεται όμως κάθε φορά που κοιτάζουμε μέσα μας. Οι εξωτερικές γνώσεις δεν είναι ικανές να μας οδηγήσουν στη συνειδητοποίηση και την ενότητα. Αντίθετα, μερικές φορές, μας παρέχουν άλλοθι για να αποφύγουμε τον δύσβατο δρόμο της εμπειρίας και του βιώματος. Η εμπειρία γυμνώνεται από την ουσία της και υποκαθίσταται από ονομασίες, ορισμούς, έννοιες, θεωρίες, νοητικά σχήματα.


(...) - σχόλια, κείμενα, τεχνολογία,
γραφές, εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία.


Η διανοητική ικανότητα γίνεται ένα ιδανικό καταφύγιο που υποκαθιστά την πραγματικότητα. Ο νους, κυρίως στις υψηλές επιτεύξεις του, παραπλανά: ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του πνευματικό, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει ούτε καν αμυδρή ιδέα για το ποια είναι η πραγματική Ζωή του ανθρώπινου Πνεύματος. Η πνευματική μας υπόσταση, το πνεύμα, είναι μία καθαρά βιωματική πραγματικότητα και δεν έχει σχέση με θεωρητικές επεξεργασίες.

Η διαδρομή από το Φόβο στην Αγάπη, η κάθαρση της καρδιάς από τους φόβους που κουβαλάει, είναι μία τεράστια διαδρομή εμπειριών και βιωμάτων, το καταστάλαγμα των οποίων εγκαθίσταται μέσα μας αργά και σταδιακά. Η ενεργοποίηση της γνώσης δεν είναι προϊόν νοητικής απόφασης ή νοητικών διεργασιών, αλλά αποτέλεσμα εργασίας στα αντίστοιχα βιώματα.

Ο νέος των είκοσι τριώ ετών ήλθε για να διαβάσει. Μα μόλις διάβασε δέκα λεπτά, τα παραίτησε για να παραδοθεί στην ονειροπόληση. Στη θέρμη την ερωτική που σήμερα πέρασε στη σάρκα του... Τότε, όμως, είναι που ανήκει πλήρως στα βιβλία, γιατί τότε ο άνθρωπος ανασύρει από μέσα του τη γνώση και γίνεται πνευματικός: όταν ζει, όταν βιώνει· όχι όταν διαβάζει.

Η ενεργοποίηση του πέμπτου κέντρου ενέργειας, αυτού που εκπέμπει και δέχεται ενέργειες διανοητικής υφής, είναι μόνο ένα στάδιο στην πορεία της εξέλιξης του ανθρώπου και σίγουρα όχι το τελικό. Το έργο της εξέλιξης δεν ολοκληρώνεται στην επίτευξη της νοητικής ανάπτυξης, αλλά στην ικανότητα της ενορατικής σύλληψης της αλήθειας και την ικανότητα προσφοράς αγάπης στους συνανθρώπους. Τότε είναι που ο νους ανεβαίνει στα ιδανικά και αυτό το σημείο είναι το μεταίχμιο, πέρα από το οποίο ο φιλόσοφος γίνεται σοφός και ο επιστήμονας ενορατικός γνώστης.

11. Ζώντας η συνείδηση, επί σειρά ενσαρκώσεων, τη μεγάλη Νύχτα του φόβου, ο άνθρωπος συγχέει την έννοια της πίστης με το σέβας και την υποταγή. Θεωρεί την πίστη ταυτόσημη με την τυφλή υπακοή σε κάτι, το οποίο τοποθετεί για λειτουργικούς λόγους υψηλότερο από τον εαυτό του, και στο οποίο παραδίδει μια εξουσία. Καθηλώνεται έτσι σε δόγματα, σχήματα, συστήματα και τυπολογίες κάθε είδους, υποκύπτοντας στην ανάγκη του να καταπιέσει τις αμφιβολίες του.

Μέσα από πρακτικές συσπειρώσεις, συστήματα αστεία και στη σύλληψι και στην εφαρμογή, όπως αυτά που επιχείρησε να οργανώσει ο Ιουλιανός ορών ολιγωρίαν προς τους θεούς, ο άνθρωπος αναζητά για καιρό την ταυτότητά του σε πράγματα έξω απ' αυτόν και θεωρεί φυσικό να είναι απ' ταις πολλές μονάδες μιά, / στην μεγάλη πρόσθεσι που έχει τόσους αριθμούς.

Αριθμημένος μες στ' ολικό ποσό και πλήρως ταυτισμένος με το μερικό - μια οικογένεια, μία ομάδα, ένα σύστημα, μία ιδέα, μία θεωρία κάθε φορά - θα εκδηλώσει τη δυαδικότητά του, βιώνοντας αλλεπάλληλες νοητικές και συναισθηματικές πολώσεις. Όσο οι άνθρωποι θα παραμένουν έρμαια των εσωτερικών τους πολώσεων, οι ανθρώπινες ομάδες θα διαφωνούν, θα διχάζονται, θα διαιρούνται αενάως και θα πολεμούν μεταξύ τους.


Αφανιστήκαμεν εκεί στην Σαλαμίνα.
(...)
Τι εγυρεύαμεν εκεί στην Σαλαμίνα
στόλους να κουβανούμε και να ναυμαχούμε.
(...)
... η ναυμαχία αυτή γιατί να γένεται και ν' απαιτήται.
... γιατί να πρέπει
να σηκωνόμεθα, να παραιτούμεν όλα,
κ' εκεί να πιαίνουμε να ναυμαχούμε αθλίως.


Η διαφωνία και η διαίρεση είναι ωστόσο δρόμος αναπόφευκτος για τον άνθρωπο, καθώς απορρέουν από την ίδια τη φύση του. Οι συγκρούσεις, αντίθετα με το ένστικτο που καλεί τους ανθρώπους να ενώνονται και να συν-εργάζονται, είναι οι απαραίτητες τριβές της ύλης, της αναμόχλευσης του υποσυνειδήτου, της επεξεργασίας και του ξεκαθαρίσματος του κατώτερου εαυτού. Η δυαδικότητα που σπαράσσει τον εσωτερικό κόσμο - κ' είν' η καρδιά μου - σαν νεκρός - θαμένη - είναι απαραίτητο να εξωτερικευθεί, να γνωσθεί, να εκτονωθεί προκειμένου να μετασχηματιστεί σε εσωτερική ενότητα. Τα σχίσματα τα εξωτερικά, λοιπόν, θα είναι αναπόφευκτα όσο διαρκεί ο κυκεώνας των εσωτερικών αντιφάσεων. Καταστάσεις όπως αντι-παράθεση, δια-φωνία, διχασμός, δι-αίρεση, αμφι-βολία θα συνοδεύουν τον γήινο άνθρωπο επειδή θα υπάρχουν μέσα του.

Χρειάζεται υπομονή, αυτοσυγκράτηση και ατσάλινη δύναμη για να κατακτηθεί η αληθινή γαλήνη· όσο μάλιστα ο άνθρωπος προχωρεί, βλέπει πως οι ασκήσεις γίνονται απαιτητικές. Ακόμα κι όταν φτάσει να αναρωτηθεί γιατί να πρέπη να συγκρούεται, γιατί ν' απαιτήται να πιαίνει να ναυμαχεί αθλίως, θα διαπιστώσει ότι χρειάζεται χρόνος και εμπειρίες μέχρι η σκέψη η σωστή να πιάσει τόπο, μέχρι να υπερβεί την πόλωση και να εγκαταστήσει μόνιμα εντός του την εσωτερική ειρήνη. Αμέτρητες φορές θα δει τον εαυτό του να παλινδρομεί και να υποκύπτει:


στις ραδιουργίες μας πρέπει να πάμε πάλι -
να ξαναπιάσουμε την ανιαρά πολιτική μας πάλη.


Άλλωστε,

Στην συνεδρίασιν της Ναυπάκτου ο Αγέλαος
μίλησε τα σωστά. Μη πολεμάτε πια
οι Έλληνες τους Έλληνας.
(...)
Δεν είναι πια καιρός να πολεμούμε ο ένας τον άλλον.

Λόγια σοφά. Μα δεν έπιασαν τόπο.
Στες φοβερές, επάρατες ημέρες
των Κυνός Κεφαλών, της Μαγνησίας, της Πύδνας,
πολλοί εκ των Ελλήνων θα θυμήθηκαν
τα λόγια τα σοφά, που δεν έπιασαν τόπο.


Μέσα στην μεγάλη πρόσθεσι των γενικεύσεων και των υπεραπλουστεύσεων, που του εξασφαλίζει μία αίσθηση ασφάλειας και ενότητας, έστω και ψευδή, ο άνθρωπος συλλέγει εμπειρίες και βιώματα, συγκεντρώνει ένα ψυχικό υλικό προκειμένου να το επεξεργαστεί αργότερα. Ο καθένας μας έλκει και έλκεται από την απαραίτητη κάθε φορά γι' αυτόν εμπειρία. Η διάρθρωση και οι παράμετροι της κάθε εμπειρίας, που ο ίδιος ο άνθρωπος επιλέγει - αφού μόνοι μας καταστρώνουμε τα στάδια που περνά η ψυχή μας - του προσφέρουν τις τέλειες συνθήκες και την τέλεια ευκαιρία για να γνωρίσει ό,τι ακριβώς χρειάζεται στο μονοπάτι της εξέλιξής του, τη συγκεκριμένη στιγμή.

Αλληλεπιδρώντας με τους άλλους, ο άνθρωπος θα βιώσει όλη τη γκάμα των συναισθημάτων, ακόμα και τις πιο λεπτές αποχρώσεις τους, ώστε κάποτε να κατακτήσει τη συναισθηματική του αυτάρκεια. Ο νοητικός του ορίζοντας θα διευρυνθεί και ο νους του θα οξυνθεί ώστε να κατορθώσει να συλλάβει δύο αντιφατικές μεταξύ τους έννοιες και να τις αναγνωρίσει ως σωστές. Το κυριότερο, θα μάθει να ελέγχει το τι τον υποκινεί κάθε φορά, και να αναγνωρίζει πότε πρόκειται για τη φωνή του εαυτού του και πότε πρόκειται για φόβο. Έτσι θα γνωρίσει τον Εαυτό του και θα εμπιστευτεί την Αγάπη.

Γι' αυτό και ο δρόμος της διαφωνίας είναι δρόμος νομοτελειακός για τον άνθρωπο, ακόμα και στις πιο υψηλές βαθμίδες της εξέλιξης. Για παράδειγμα, άνθρωποι όπως ο Παύλος και ο Βαρνάβας, που πάτησαν στα βήματα που τους άνοιξε Εκείνος - η ενσάρκωση της Ενότητας και της Αγάπης - μετά από μία μακρά περίοδο συντροφικότητας και συνεργασίας, διαφώνησαν και πορεύτηκαν χωριστά. «Εγένετο ουν παροξυσμός, ώστε αποχωρισθήναι αυτούς απ' αλλήλων» (Πράξεις Αποστόλων 15:36-41), για ασήμαντη αφορμή, την επιλογή του καταλληλότερου για να τους ακολουθήσει μαθητή. Χώρισαν, παρ' όλο που είχαν επίγνωση του Έργου τους και γι' αυτό αποσκοπούσαν στις συντονισμένες προσπάθειες και τη συνεργασία· και όχι από απλό ένστικτο, αλλά έχοντας επίγνωση της σημασίας που έχει η συνεργασία των ψυχών εδώ, στη Γη.

Ένας λόγος που μας εμπλέκει σε τέτοιες καταστάσεις είναι ο φόβος ότι απειλούμαστε, κάτι που δεν ισχύει καθώς οι τροχιές της ζωής των ανθρώπων είναι πάντα παράλληλες, έτσι κανείς δεν απειλείται από κανέναν άλλον. Οι συγκρούσεις είναι αδύνατες, ένας φανταστικός φόβος που αποπροσανατολίζει από μόνος του τη διαδρομή εν ονόματι κάποιας επικείμενης, πλην όμως ανύπαρκτης, ες αεί σύγκρουσης. Οι άλλοι άνθρωποι δεν ενεργούν προς εμάς, ούτε κι εμείς πρέπει να ενεργούμε προς αυτούς. Ο καθένας ενεργεί μόνο για και προς τον εαυτό του· βλέπουμε λοιπόν πόσο ανώφελο και ανόητο είναι να παράγουμε μέσα μας οποιοδήποτε αρνητικό συναίσθημα προς τους άλλους. Όταν το κατανοήσουμε βαθιά αυτό, τότε θα απαλλαχθούμε από το φόβο που μας προκαλούν αδιαλλείπτως οι συνάνθρωποί μας.

Η πραγματική διαμάχη είναι κάτι που συμβαίνει μέσα στον άνθρωπο και δεν εμπλέκει στην ουσία άλλους. Όταν ο άνθρωπος βρεθεί σε ανισορροπία εσωτερική, τότε κατευθύνει τα κύματα της διαταραγμένης ενέργειας προς τα έξω, με συνέπεια να εμφανίζεται αυτό στο άμεσο περιβάλλον του ως τεταμένες σχέσεις με τους άλλους. Γι' αυτό ο άνθρωπος που βιώνει την αληθινή γαλήνη δεν αντιμετωπίζει διαταραχές ούτε και στις σχέσεις του, ακόμα και αν συναναστρέφεται πρόσωπα που τον προκαλούν. Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να αποδεχθεί τους συνανθρώπους του όπως ακριβώς εκείνοι είναι, και μπορεί επίσης να ομιλήσει μαζί τους, εφόσον, όντας σε υψηλότερη δόνηση απ' αυτούς, μπορεί να τους υπερκαλύψει.

Από τα βάθη των αιώνων και ως το τέλος τους, τα λόγια Του είναι Λόγος Ειρήνης· κι αυτός που Τον αναγνωρίζει δεν γνωρίζει την Αντιπαράθεση.

12. Όσο ο άνθρωπος δεν εργάζεται εσωτερικά για να θεραπεύσει την ψυχή του από τους φόβους, θα αναγνωρίζει νοητικά τα λόγια τα σοφά του Αγέλαου, του Ιησού και όλων όσοι έζησαν διδάσκοντας τα ορθά, αλλά αυτό δεν θα είναι αρκετό για να τον αποτρέπει από τις κάθε είδους διαμάχες· η Πόλις θα τον ακολουθεί, στους δρόμους θα γυρνά τους ίδιους και πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνει, καθώς θα εξακολουθεί να βιώνει εξωτερικά την υλοποίηση των εσωτερικών του συγκρούσεων. Γιατί αυτό που κατά βάθος ο άνθρωπος επιθυμεί είναι να οριστικοποιήσει την Πίστη του, αφού όμως προηγουμένως την εξερευνήσει, τη δοκιμάσει και την επιβεβαιώσει αναρίθμητες φορές ώστε να αφεθεί σ' Αυτήν πλήρως, εκούσια και συνειδητά.

Όσο πιο μακριά βρίσκεται ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο δυσπρόσιτη βρίσκει την έννοια του Θεού και αινιγματική. Διότι ο Θεός δουλεύει στη σιωπή και αφήνει μόνο εκείνα τα ίχνη που ξυπνούν και ερεθίζουν το πνεύμα. Ο σεβασμός αντικαθιστά το φόβο, όταν ο άνθρωπος φτάσει να διαμορφώσει σύστημα αξιών και κριτήριο αξιολόγησης.


Γιατί τα σπάσαμε τ' αγάλματά των
γιατί τους διώξαμεν απ' τους ναούς των,
διόλου δεν πέθαναν γι' αυτό οι θεοί.


Η πίστη δεν στοχεύει στην τυφλή υπακοή στις επιταγές των εξωτερικών συνθηκών, ούτε στην παραίτηση από τη διεκδίκηση των επιθυμιών, ούτε βέβαια σε μια ανυπόστατη αισιοδοξία χωρίς βάσεις. Μια τέτοια πίστη - που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να παραβαίνει νόμους κ' έθιμα, κι' απ' την παραδεδεγμένη και την ανεπαρκούσα ευθύτητα να βγη, ακόμα και τ' αγάλματα των θεών να σπάσει - καταντά μωρία και παραμυθία και απομακρύνει τον άνθρωπο απ' τον Εαυτό και την ανύψωση προς τον Θεό. Τι νόημα μπορεί να έχει για τον άνθρωπο να φυλάξει νόμους κ' έθιμα, όχι επειδή πραγματικά το επιθυμεί, αλλά επειδή την καταστρεπτική φοβάται πράξι;

Αντίθετα, ο άνθρωπος που έχει αφυπνιστεί συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει γι' αυτόν καμία «πίστη», που να προκαταλαμβάνει την εμπειρία του. Παύει τότε να αριθμείται μες στ' ολικό ποσό και αφοσιώνεται αποκλειστικά στο εσωτερικό του οικοδόμημα πίστης-γνώσης, το μόνο που μπορεί να τον οδηγήσει να ανακαλύψει γιατί πραγματικά πέθαναν οι θεοί αλλά και τον τρόπο να τους αναστήσει μέσα του. Μοναδικός οδηγός στα βήματά του και μοναδική περι-ουσία του είναι η αγάπη του Θεού, όπως Την έχει γνωρίσει μέσα από τον προσωπικό μυητικό του δρόμο.

Στρέφει, τότε, εντός του τον προβολέα της συνειδητότητάς του προς αναζήτηση και υλοποίηση του προσωπικού του προορισμού στη συγκεκριμένη ενσάρκωση, την εξέλιξη της προσωπικής του αλήθειας· διακαής επιθυμία του είναι να φέρει τον λίθον του στην μεγάλη οικοδομή της Προόδου· να βρει το ξεχωριστό έργο ζωής που έχει αναλάβει - λόγους, βουλάς ή πράξεις - και να το φροντίσει. Κυρίως, παύει να σπαταλά την ενέργειά του σε ανθρώπους και δραστηριότητες που τον φθείρουν. Αρχίζει τότε να αξιοποιεί με τον καλύτερο τρόπο την υπέρτατη ευκαιρία που του δόθηκε με την ανθρώπινη ενσάρκωσή του, πραγματοποιώντας στη ζωή του τη συμβουλή του Δασκάλου:


Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωήν σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.


Κρατά το στόμα του κλειστό, το μυαλό του ανοιχτό και τις δυνάμεις του σε επαγρύπνηση. Όταν σιγήσει ο θόρυβος, όταν κλείσουν τα κανάλια της συνομιλίας με τους ανθρώπους, καταλαβαίνει καλύτερα αυτό που έρχεται από μέσα, αυτό που είναι πάντα παρόν σ' ένα βαθύτερο επίπεδο.

(...) Είναι βέβαια οι λέσχες, αλλά εγώ δεν ανήκω σε καμιά λέσχη. Το βέβαιον είναι ότι δεν αισθάνομαι ανίαν, διότι τα τελευταία αυτά χρόνια το ποιητικόν μου έργον με απασχολεί περισσότερον. (...)

Αυτή η Φωνή τον οδηγεί να ασχοληθεί με τον εσωτερικό του κόσμο, την πόλι του, ώστε η πορεία του να εξομαλυνθεί. Όσο κανείς γνωρίζει τον εαυτό του και τη νομοτέλεια του Σύμπαντος κατανοεί πως όπου υπάρχει η εσωτερική διευθέτηση, εκεί αποκαλύπτεται και ο εξωτερικός δρόμος, καθώς τίποτα από όσα συμβαίνουν δεν είναι τυχαίο και μάταιο. Αν, συνεπώς, θέλει να βρει καινούργιους τόπους και άλλες θάλασσες, αυτό που οφείλει να κάνει είναι πρώτα να οργανώσει το «μέσα» του, διότι καμιά βοήθεια δεν είναι αποτελεσματική αν ο ίδιος ο άνθρωπος δεν είναι έτοιμος γι' αυτήν. Θα έχει παρατηρήσει κανείς στη ζωή του ότι πάντα τα βήματα έπονται μιας δικής του προσπάθειας να τεθούν τα πράγματα σε μία σωστή βάση, διαφορετικά κάθε προσπάθεια του μια καταδίκη είναι γραφτή.

Ο σκοπός της αυτογνωσίας, όπως ήταν γνωστός ήδη στους αρχαίους προγόνους μας, ήταν ακριβώς να στρέψει τον άνθρωπο στο να αναγνωρίσει το «προϊόν» της ψυχής του. Αν η ζωή μας έχει μια ελπίδα να αλλάξει, αν ο κόσμος έχει μια ελπίδα να αλλάξει, αυτή είναι μόνο να αλλάξει τα «εξερχόμενα» - για να θυμηθούμε εδώ άλλη μία αναφορά στο ίδιο θέμα στα λόγια του Ιησού.