Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή

 

13. Ο άνθρωπος γεύεται την πεμπτουσία της εσωτερικής του εργασίας, όταν αποφασίσει να βιώσει την αγάπη για την οποία μίλησε ο Χριστός: αυτή που στρέφεται προς τους εχθρούς όσο και προς τους φίλους. Εχθρός, δεν είναι βέβαια αυτός που επιβουλεύεται τα συμφέροντά μας, αυτός απλά προσπαθεί να μας βλάψει. Εχθρός, είναι αυτός που μας κάνει και πονάμε ψυχικά, χωρίς καν να έχει πρόθεση τέτοια ο ίδιος - αυτόν ονομάζουμε υποσυνείδητα εχθρό μας, ακόμα κι αν έχει τυπικά την ταυτότητα αγαπημένου μας προσώπου.

Η συνειδητοποίηση αυτή θα φέρει τον άνθρωπο μπροστά στη μεγαλύτερη ίσως αντίφασή του: διαπιστώνει ότι ενώ έδινε αγώνες εξωτερικούς και ομαδικούς για να «αλλάξει» τον κόσμο, να τον «σώσει» από τους εκάστοτε κατ' αυτόν εχθρούς, ταυτόχρονα, επί σειρά εμπειριών ή ζωών, επιστράτευε όλες του τις δυνάμεις για να «νικήσει», να αφοπλίσει ένα συγκεκριμένο αγαπημένο του άνθρωπο, στραγγαλίζοντας την αγάπη!

Εστιάζει, τότε, τον αγώνα της αγάπης στους «εχθρούς» του, εκείνους τους ανθρώπους που ο ίδιος επέλεξε - γονείς, παιδιά, αδέλφια, συντρόφους, φίλους - ώστε μέσα από το έλλειμμα αγάπης και τον πόνο, να τον οδηγήσουν στη λύτρωση και την ευτυχία· γιατί κανείς δεν βρίσκεται δίπλα μας τυχαία.

Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι βρίσκονται στη ζωή μας αυτή τη στιγμή, γιατί αυτό είναι απαραίτητο για την εξέλιξή μας σ' αυτό το στάδιο. Όταν οι συνθήκες δεν μας επιτρέπουν να ξεφύγουμε εύκολα, αλλά έχουμε την εντύπωση ότι μας «δένουν» με μία συγκεκριμένη κατάσταση, τότε το μήνυμα του Σύμπαντος είναι πως μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα και να ελευθερωθούμε οριστικά απ' αυτό. Μην αγανακτούμε όταν δεν μπορούμε να ξεφύγουμε: ας αναλογιστούμε αντίθετα την ευκαιρία που μας προσφέρεται να ελαφρώσουμε το κάρμα μας από ένα φορτίο, και ας το θεωρήσουμε ως σημάδι ότι το Σύμπαν μάς αξιολογεί ως ικανούς για να χειριστούμε τη δύσκολη αυτή υπόθεση.

Κάθε σχέση είναι μοναδική και πρέπει έτσι να την αντιμετωπίζουμε.

Ο αγώνας για να αποτινάξουμε και το τελευταίο τέχνασμα φόβου που ασυνείδητα χρησιμοποιούμε στις σχέσεις μας, να αλλάξουμε συνήθειες, κώδικες συμπεριφοράς παγιωμένους και αντανακλαστικές αντιδράσεις, να απεκδυθούμε δηλαδή την εξαίρετη πανοπλία, είναι μεγάλος.

Σε κάθε εμπειρία εγκατάλειψης, απόρριψης, προδοσίας, ο άνθρωπος υφίσταται μία βίαιη άντληση ενέργειας. Η απορρόφηση της ενέργειας είναι φαινόμενο καθοριστικής ισχύος για την ψυχή, απώλεια Φωτός που στιγματίζει τη ζωή μας. Έχουμε όμως ανάγκη να τη ζήσουμε΄ τα κενά που αφήνει γίνονται σπόροι για τη μετέπειτα εξέλιξή μας. Όταν αντιληφθούμε το τίμημά της και μπορέσουμε να το μετουσιώσουμε σε δύναμη εσωτερική, συνειδητοποιούμε ότι η απορρόφηση δεν αφήνει μόνο κενό: αφήνει και τις ρίζες που θα οδηγήσουν σ' ένα νέο μονοπάτι εξέλιξης.

Η αγάπη είναι μία ενέργεια αμφίδρομη και αλληλεπιδρώσα. Η ένωση των ενεργειών αποτελεί λειτουργία διπλής κατευθύνσεως. Στην προσπάθειά του, λοιπόν, ο άνθρωπος να κατανοήσει τα προβλήματα στις σχέσεις του ώστε να επουλώσει τα τραύματά του, αναζητά καταρχήν τη δική του ευθύνη και αναγνωρίζει πόσες φορές ο ίδιος, για λόγους αναγκαιότητας, άντλησε βίαια ενέργεια από τον άλλον, μετατοπίζοντάς του τους φόβους του.


(...) υβρίζων
ως ανακούφησιν τινά κ' εκδίκησιν δι' όσα
υβρίζεται ο ίδιος παρά ισχυροτέρων.


Το ταξείδι γίνεται λοιπόν ωραίο, όταν προσπαθήσουμε να απλώσουμε την αγάπη μας σ' αυτούς που είναι αδύναμοι και τη χρειάζονται, και αυτοί είναι εκείνοι που άθελά τους, ή και εγωιστικά, μας πληγώνουν. Ο πολεμιστής της αγάπης ακόμα κι όταν πληγώνεται από την αγάπη, χρησιμοποιεί τον Λόγο με εντιμότητα και θάρρος και δε φοβάται να εκφράζει στον άλλον την αλήθεια του, αψηφώντας τα «κέρδη» που μερικές φορές φαίνεται πως φέρνει η υποχώρηση. Για εκείνους όπου στη ζωή των ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες της αγάπης, κανένα κέρδος δεν είναι αποδεκτό, όταν είναι προϊόν δειλίας.


πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.


Συχνά στις σχέσεις, η συσσωρευμένη ένταση καθιστά την επικοινωνία δύσκολη, κάποιες φορές αδύνατη. Η εναντίωσις μας κάμνει επιμονωτέρους και η πίεση που ασκούν τα υλικά μας λόγια μεγαλώνει τον κυκεώνα, φορτώνει την κατάσταση με περισσότερη ταραχή και ανησυχία, που διώχνουν το φως ακόμα πιο μακριά. Έτσι, είναι σκόπιμο να σιωπούμε, όταν αισθανόμαστε ότι ο άλλος δεν είναι έτοιμος και να προσπαθούμε να τον προετοιμάσουμε εσωτερικά, με προσευχή και σιωπηλή αποκάλυψη· η προσευχή δεν είναι μόνο προς το Θεό αλλά και προς τον Άνθρωπο.

Οι άνθρωποί μας είναι ευαίσθητοι δέκτες της νοητικής μας ενέργειας· ακούν τη φωνή μας, ακόμα και όταν είναι σιωπηλή, και την αναγνωρίζουν στο σκοτάδι, σαν φάρο που τους δείχνει το δρόμο της επιστροφής. Τα τείχη των ψυχών πέφτουν με τον ίδιο τρόπο που υψώθηκαν, χωρίς ν' ακουσθεί κρότος κτιστών ή ήχος. Η αγάπη είναι ικανή να θαυματουργήσει, «να μετακινήσει τα όρη» (Παύλος, Α΄ προς Κορινθίους, 13:2), να διαβρώσει τα τείχη του φόβου, να νικήσει τις τριβές της ύλης μέσα μας. Αρκεί να προσφέρουμε σιωπηλά κι αθόρυβα, αυτό που υπάρχει άφθονο στην ψυχή μας. Η αγάπη δίνει πάντα τους καρπούς της και οι ψυχές γεφυρώνουν την απώλεια και ξαναβρίσκουν το δρόμο της Αλήθειας.


Είθε. Γιατί αγκαλά κ' εχθρός, ήσανε μια φυλή.
Όμως ένα «είθε» είν' αρκετό. Ίσως κιόλας πολύ.


Το «είθε», λοιπόν, δεν είναι απαραίτητο να εκφέρεται στο χαμηλό επίπεδο των κατώτερων σωμάτων, ιδιαίτερα όταν οι αποδέκτες είναι αποσυντονισμένοι από τον ανώτερο εαυτό τους. Η βοήθεια προσφέρεται στον Ανώτερο Εαυτό, καθοδηγείται άμεσα προς αυτόν, και τα αποτελέσματά της είναι σημαντικά, όσο και αν σε ανθρώπινο επίπεδο δεν εμφανίζονται.

Η ενέργεια δεν χάνεται ποτέ, είναι τόση ακριβώς όση μεταβιβάζουμε και παραμένει στο συνολικό Εγώ του άλλου έως ότου γίνει δυνατή η καθέλκυσή της από τα κατώτερα στρώματα. Όλοι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ενέργεια που στέλνει η ψυχή μας· αν συνεχίσουμε, με πίστη και υπομονή, κάποια στιγμή θα αναγνωρίσουμε τα σημάδια που δηλώνουν ότι η ενέργεια έχει φτάσει στον προορισμό της.

14. Ο άνθρωπος λυτρώνεται όταν καταφέρει να νοιώσει τη στάση των Λακεδαιμονίων της ζωής του, όλων όσοι δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να του προσφέρουν αυτό που ζήτησε, και γίνει ικανός να αποκαταστήσει στην καρδιά του όλους τους ανθρώπους που τον αγαπούν, αλλά επέλεξαν να ακολουθήσουν διαφορετικές διαδρομές και ξεχωριστές εμπειρίες.


Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.

Άλλωστε, τώρα γνωρίζει, και γι' αυτό είναι πιο ικανός να αντέξει αυτό που του φαίνεται αδικία.Η ύλη του έχει εκλεπτυνθεί, ο εγωισμός έχει αποδυναμωθεί. Και κάθε φορά που στα βάσανά των τον μπλέκουν οι άνθρωποι και στις πρόσκαιρες συμφορές που τους τυραννούν, η καρδιά του του υπαγορεύει να ξεφύγει από τον εαυτό του και να ασχοληθεί με τα προβλήματα και τις εμμονές τους, όσο κι αν του φαίνεται κουραστικό. Καθοδηγεί το φως εκεί που κρίνει φρόνιμο και αναγκαίο. Χαίρεται με τις χαρές, λυπάται με τις λύπες, μοιράζεται την αγωνία και τον πόνο. Η αταραξία εκείνου, που περιεπάτει αφηρημένος και ρεμβάζων, στρέφων προς τα πέριξ το τυφλόν βλέμμα της αδιαφορίας, είναι προσπάθεια αποτίναξης των ευθυνών και υποχρεώσεων της παρούσας ενσάρκωσης. Το έργο της δημιουργίας είναι εκεί όπου οι λιγότερο φωτισμένοι ακόμα υποφέρουν. Ο Θεός δέχεται κάθε προσφορά πόνου για τους συνανθρώπους με αγαλλίαση και τιμά τους προσφερόμενους.


γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε.


Ο φόβος της εγκατάλειψης είναι κυρίως αυτός που εγκλωβίζει την αγάπη μας προς τους άλλους ανθρώπους. Όπως οι άνθρωποι συνδέουν το συναίσθημα του γήινου έρωτα με την Ένωση, έτσι συνδέουν και τον ανθρώπινο χωρισμό με τον θάνατο, κι αυτό τους πονά, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά χωρο-χρονική απομάκρυνση.

Ο φόβος της απώλειας ή, αλλιώς, του χωρισμού, είναι το πρωταρχικό συναίσθημα της αποκόλλησης της ψυχής από το θείο Εν, όταν ξεκίνησε τη διαδρομή της συνειδητοποίησής της. Είναι, λοιπόν, πρωταρχική θύμηση, αίσθηση ταυτισμένη με τις απαρχές της ύπαρξης και αφορά, όμως, την κάθε ψυχή χωριστά όσο εκείνη κινείται προς την επαν-ένωση, οπότε αδίκως αποδίδεται στις σχέσεις με τους συνανθρώπους.

Η γνώση αντισταθμίζει το φόβο. Γι' αυτό πρέπει να «μαθαίνουμε» αυτά που φοβόμαστε. Κάθε σχέση και κάθε εμπειρία μάς φέρνει πιο κοντά στον Εαυτό μας γιατί διώχνει ένα μέρος του φόβου. Και είναι απαραίτητο να αγαπήσει κανείς βαθιά και χωρίς όρους έναν τουλάχιστον άνθρωπο - τον πιο μεγάλο «εχθρό» του - γιατί μόνο όταν πραγματώσει την Αγάπη στη Γη με έναν τουλάχιστον συνάνθρωπό του θα μπορέσει να ανοίξει τα κανάλια του προς τον Θεό και τη συμπαντική Αγάπη. Ο άνθρωπος ολοκληρώνει την πορεία της εξέλιξης όταν αγαπήσει το Δημιούργημα· και μόνο τότε γίνεται ικανός να εμπιστευτεί την Αλήθεια και να αγαπήσει τον Δημιουργό του. Αν δεν βιώσει πλήρως το μερικό δεν είναι δυνατόν να αρχίσει τη διεύρυνσή του προς το Όλον. «Εκ μέρους γαρ γινώσκομεν» (Παύλος, Α΄ προς Κορινθίους, 13:9).

Αυτή είναι η διαδρομή για την κατάκτηση της άνευ όρων αγάπης· γιατί ακόμα και στην ύψιστη ψυχική ένωση, οι άνθρωποι θέτουμε όρους και αγαπούμε εφόσον αυτοί οι όροι ικανοποιούνται.

Έχουν οι τοίχοι μου πιο καλούς τρόπους·
και για τα δώρα μου δεν μ' αγαπούν.
Εκείνοι δεν ομοιάζουν τους ανθρώπους.


Ο κόσμος γύρω λειτουργεί ως καθρέφτης του κόσμου μέσα μας· αυτό το έχουν πει πολλοί δάσκαλοι. Αυτό σημαίνει πως «προβάλλεται» ως πραγματικότητα περιβάλλουσα τον εαυτό μας εκείνο που παράγουμε εσωτερικά. Οι εξωτερικές συνθήκες θα προσαρμόζονται πάντοτε σ' αυτό.

Το κάτοπτρον δεν μ' απατά, είν' αληθής η θέα


Κάθε φορά που αισθανόμαστε ότι ο άνθρωπός μας δεν μας αγαπά, αυτό σημαίνει ότι εμείς τον έχουμε αγαπήσει υπό όρους, μερικώς, και αυτό που τώρα λαμβάνουμε, είναι η πραγμάτωση προηγούμενων δικών μας εκπομπών. Με κάθε όρο στην αγάπη μας, ακόμα και τον φαινομενικά αθώο συναισθηματικό όρο «αγαπώ αυτόν τον άνθρωπο αρκεί να μ' αγαπά κι αυτός», ενεργοποιούμε έναν απλό μηχανισμό: θέτουμε φραγμό στη δική μας εκπόρευση συναισθημάτων και αρχίζουμε να την αλλοιώνουμε ως το σημείο που κάποια στιγμή λαμβάνουμε ως πραγματικότητα. Αυτό που νιώθουμε, το δυσάρεστο συναίσθημα που μας βαραίνει, είναι η εξασθένηση της δικής μας αγάπης. Όταν συμβαίνει αυτό, όταν δηλαδή δεν αγαπάμε με πληρότητα, τότε νιώθουμε σαν να το λαμβάνουμε, ενώ στην πραγματικότητα το εκπέμπουμε.

Η μόνη λύση είναι να παράγουμε εσωτερικά την αγάπη· να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε με συνθήκες και να αρχίσουμε να δουλεύουμε μέσα μας την αγάπη χωρίς περιορισμούς. Αρκεί να οδηγήσουμε τον εαυτό μας στο να αισθανθεί, να βιώσει συναισθηματικά αυτό που θέλει - έρωτα ας ψάλλουμε και χαράν - και αυτό θα είναι η σωστή πράξη, η αληθινή δράση. Κανείς δεν μπορεί να μας αναγκάσει να μην παράγουμε το συναίσθημα που θέλουμε.

Μέσα απ' αυτή την εσωτερική διαδρομή θα οδηγηθούμε σ' ένα άλλο είδος αγάπης, πιο ποιοτικό και πιο απρόσωπο· γιατί πρέπει να αποταυτίσουμε την αγάπη από τα πρόσωπα. Η αγάπη που διαχέουμε στον κόσμο ως α-πρόσωπο συναίσθημα σημαίνει καταρχήν κατανόηση, έπειτα απουσία αξιολόγησης και τελικά αποδοχή. Έτσι θα αγγίξουμε εσωτερικά την α-πάθεια ως απομάκρυνση από τα συναισθήματα απόρριψης και καταδίκης, που έχουν ως αποτέλεσμα να απορρυθμίζουν τις δικές μας δονήσεις και να μας υποβιβάζουν σε μία ψυχική κατάσταση ταραχής και θλίψης.

Όσο η γνώση προχωρεί, τόσο υποχωρεί η αίσθηση του φόβου. Ο φόβος περιορίζει την οπτική γωνία και αντί να ευρύνει τους ορίζοντες όπως η γνώση, μας εγκλωβίζει σε αναγκαστική διαδρομή. Η γνώση είναι ελευθερία γιατί καθιστά τον άνθρωπο ικανό να προχωρεί, να επιλέγει, να ξεφεύγει από αναγκαστικές πορείες. Για τον άνθρωπο που έφτασε εκεί, η απίθανος ηώς έχει ξημερώσει. Ο αγώνας έχει κερδηθεί και ο μαχητής των Νόμων ανταμείβεται με τη χαρά να βλέπει γύρω του τα αποτελέσματα της αγάπης.

Αυτή είναι η πραγματική εξαίρετη πανοπλία της αληθινής Δύναμης, της εσωτερικής: η αγάπη άνευ όρων, αυτή που τόσο μας θορυβεί, διότι μάθαμε να ζούμε χωρίς αυτήν. Την πανοπλία αυτή δεν την κάνουμε με λόγια, με φυσιογνωμία και με τρόπους, αλλά όταν δεν απαρνιόμαστε τον εαυτό μας και την ψυχή μας και δεν ξεφεύγουμε, σε καμία περίπτωση, απ' την Αγάπη.

Η άνευ όρων αγάπη - η μόνη εξαίρετη πανοπλία - κατεδαφίζει όσα ο φόβος συσσωρεύει ως δήθεν ασπίδα· «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α΄ Ιωάννης, 4:18). Είναι το μοναδικό πλοίο, η μοναδική οδός και ευκαιρία για την ψυχή ώστε να απελευθερωθεί από τα τείχη της απώλειας. Τότε ο άνθρωπος κατοικεί σ' άλλη γη, σ' άλλη θάλασσα, αφού έχει δημιουργήσει μια πόλι άλλη καλλίτερη από αυτή, μπορεί «να δει ουρανόν καινόν και γην καινήν, να δει την πόλι την αγία, Ιερουσαλήμ καινήν να κατεβαίνει από τον ουρανόν» (Ιωάννης, Αποκάλυψη, 21:1-4) και να εγκατασταθεί μόνιμα σ' αυτήν. Έχει τότε επανενωθεί στην Αγάπη και κανένας φόβος δεν τον εμποδίζει να νιώθει πως ζει στο θείο Σώμα.