Ούτος Εκείνος

 

38. Τα πρώτα βήματα στον εσωτερικό Δρόμο, αποκαλύπτουν ότι το σκότος, με το οποίο καλύπτεται η γη, δεν είναι ποτέ τόσο αραγές και πυκνό. Τα μεγάλα κ' υψηλά Τείχη της Ύλης έχουν ρωγμές που ξυπνούν τον πόθο για τη μεγάλη απόδραση, η νύχτα επωάζει στα σκοτάδια της το ρόδινο φως της Αυγής.

Συχνά στην τέχνη, τον αθλητισμό, την αυτοσυγκέντρωση, την προσευχή, τον διαλογισμό, τη φύση, τον έρωτα, το γέλιο, ο άνθρωπος ζει μια αναίτιο χαρά αιφνιδίως ρέουσα εν τη καρδία, ένα ρίγος μιας στιγμής, που υπερβαίνει το επίπεδο του υλικού κόσμου και αφυπνίζει τις εσωτερικές του αισθήσεις.


Κ' η μόνη λάμψις ήτις κάποτ' ως σπινθήρ
εφήμερος φωτίζει της πορείας των
την νύκτα, είναι σύντομός τις αίσθησις
μαγνητικής τυχαίας γειτνιάσεως -
βραχεία νοσταλγία, ρίγος μιάς στιγμής,
όνειρον ώρας της ανατολής, χαρά
αναίτιός τις αιφνιδίως ρέουσα
εν τη καρδία κ' αιφνιδίως φεύγουσα.


Τις στιγμές αυτές της μαγνητικής τυχαίας γειτνιάσεως, ο άνθρωπος υπερκαλύπτεται, εν αγνοία του, από συμπαντικές δυνάμεις του αιθερικού κόσμου· ο χώρος, ο χρόνος και οι φυσικοί νόμοι παρακάμπτονται. Αυτή η λάμψις, η αναίτιος χαρά σηματοδοτεί την πρώτη αφύπνιση, το ξύπνημα της πραγματικής πίστης: ο άνθρωπος αναγνωρίζει μέσα του την ύπαρξη ενός κόσμου που δεν είναι απτός και προσιτός στις αισθήσεις και τις γνώσεις του.

Παύει τότε να αναζητά το νόημα της Ζωής στο ορατό και το απτό, αλλά στο αόρατο και το άυλο, με την πίστη πως αυτό θα φανερωθεί σε όσους το ζητούν.


Ο στεναγμός του κόσμου του φθαρτού
εν τη φθαρτή μου φύσει αντηχεί,
αλλ' είναι στεναγμός γλυκύς, υψούται ως ευχή.
Ανοίγει το παράθυρόν μου κόσμον
άγνωστον. (...)

Ελπίδας αορίστους και ευρείας
αισθάνομαι· κ' εν τη σεπτή σιγή
της πλάσεως, τα ώτα μου ακούουν μελωδίας,
ακούουν κρυσταλλίνην, μυστικήν
εκ του χορού των άστρων μουσικήν.


Δεν είναι πια μόνος και δεν θα είναι ποτέ, καθώς το φράγμα της σιωπής του σύμπαντος έσπασε γι' αυτόν και ο δρόμος της επικοινωνίας με την Πηγή έχει διανοιχθεί. Παύει να εμπιστεύεται την όρασή του γιατί είναι βραχεία και αναξιόπιστη· εμπιστεύεται το Θεό και το Σχέδιό του - ακόμα κι αν δεν μπορεί να το συλλάβει - και την πρόνοια για όλα τα πλάσματα της Δημιουργίας.


Μη μόνον όσα βλέπετε πιστεύετε.
Των ποιητών το βλέμμα είν' οξύτερον.
Οικείος κήπος είν' η φύσις δι' αυτούς.


Αρχίζει να επιζητά την επανάληψη αυτής της κατάστασης ύπαρξης, τη συνειδητή συμμετοχή του σ' αυτήν την υπερκάλυψη. Γι' αυτό εργάζεται στον εαυτό του, καταποντίζει τα μπλοκαρίσματα του νοητικού σώματος. Ο «ποιητής» έχει βλέμμα οξύτερον γιατί έχει κατορθώσει να ελέγχει το μυαλό και τις σκέψεις, να πειθαρχεί δηλαδή τις εικόνες του μυαλού από το να κατευθύνονται εκεί που δεν επιθυμεί. Έτσι, συνδέεται με τον εαυτό του και αποζητά τη σιωπή γιατί γνωρίζει ότι αυτή θα τον καθοδηγήσει στην Πηγή.

«Οι μοναχοί βλέπουν πράγματα τα οποία δεν βλέπομεν ημείς. Βλέπουν οράματα από τον υπερφυσικόν κόσμον. Λεπτύνουν την ψυχήν δια της μονώσεως και της σκέψεως και της εγκρατείας. Ημείς την αμβλύνομεν δια της συναναστροφής, της απουσίας της σκέψεως, και της απολαύσεως. Δι' αυτό βλέπουν όσα δεν δυνάμεθα να ίδωμεν επίσης. Όταν είναι τις μόνος εις μία σιωπηλήν κάμαραν ακούει καθαρά τον κτύπον του ωρολογίου. Εάν όμως εισέλθουν άλλοι και αρχίση ομιλία και κίνησις παύει τις να τον ακούει. Αλλά ο κτύπος δεν παύει του να είναι προσιτός εις την ακοήν.»

Το κάλεσμα της ψυχής στην ατραπό της Γνώσης είναι τόσο δυνατό που ο Λουκιανός ονειρεύτηκε τη θεά Παιδεία να τον παρακινεί να στραφεί προς την πηγή της ύπαρξής του, να αναζητήσει εντός του τη γνώση. «Τοιαύτα σοι περιθήσω τα γνωρίσματα, ώστε των ορώντων έκαστος τον πλησίον κινήσας δείξει σε τω δακτύλω «ούτος εκείνος» λέγων».

Και τότε ο άγνωστος ποιητής, που τον κούρασε τόσο γράψιμο, τόση στιχοποιία / και τώρα τον βαραίνει πια το κάθε τι, ο άνθρωπος δηλαδή που εξάντλησε τη γήινη ζωή και όλα όσα είχαν να του προσφέρουν οι αισθητήριες εμπειρίες του, όταν θυμάται τον Λουκιανό, παρευθύς αφυπνίζεται από το γήινο υλικό όνειρο.


Μια σκέψις όμως παρευθύς από την αθυμία
τον βγάζει - το εξαίσιον Ούτος Εκείνος,
που άλλοτε στον ύπνο του άκουσε ο Λουκιανός.


Η πίστη δεν είναι ζήτημα σκέψης· χτίζεται σιγά σιγά με έργα και όχι με λογικές αποφάσεις και ακολουθίες. Όταν απαρνηθούμε τη γήινη επιθυμία του μυαλού, όταν κατορθώσουμε να παραμερίσουμε το μυαλό και να λειτουργήσουμε με οδηγό το φως της ψυχής, και μόνο όταν αποφασίσουμε να αποδεσμευθούμε από το βάρος που σηκώναμε, θα καταλάβουμε τι είχαμε αρνηθεί να δεχθούμε.

Θα έχουμε τότε πατήσει στο Πρώτο Σκαλί, αυτό που θα μας οδηγήσει στην τελική απελευθέρωση από τους κατώτερους-υλικούς κόσμους.


Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ' ευτυχισμένος.
Εδώ που έφτασες λίγο δεν είναι.
Τόσο που έκαμες μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμα το σκαλί το πρώτο
πολύ απ' τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.


Ο «άγνωστος ποιητής» γίνεται αισιόδοξος. Ο δρόμος του Θεού οδηγεί πάντα στο Φως, δεν υπάρχει πισωγύρισμα. Το ποτάμι κυλάει πάντα προς τον ωκεανό, είναι λοιπόν σίγουρος πως ο Ωκεανός της Αγάπης του Θεού είναι η κατεύθυνσή του. Χαίρεται το παρόν με τη βεβαιότητα ενός ακόμα καλύτερου μέλλοντος. Δεν είναι πια γι' αυτόν οι απειλές, ο φόβος, οι τιμωρίες. Όποιος γνωρίζει τόσο καλά το Υπέροχο και το Αιώνιο, δεν μπορεί παρά να το αποτυπώνει σε κάθε εικόνα των ματιών του και κάθε σκέψη του μυαλού του. Η Αγάπη είναι καταλυτική για όποια «συμφορά» ή «κακοτυχία». Όποιος είδε για μια φορά, δεν μπορεί να κλείσει ποτέ πια τα μάτια, γιατί το Φως είναι το Τέλος και η Αρχή, το Αιώνιο και το Τωρινό, ηΎπαρξη.

Ενώ, όμως, πληρούται η ψυχή του μουσικής, ο άνθρωπος αδυνατεί να εκφράσει - με λέξεις, χρώματα, σχήματα, ήχους - το προϊόν της ψυχής του. Αισθάνεται όπως ο Τιμόλαος, ο πρώτος μουσικός της πρώτης πόλεως της Σικελίας:


Αόριστός τις λύπη τον κατέχει,
η λύπη της πολλής αδυναμίας του.
Κενά αισθάνεται τα όργανά του,
ενώ πληρούται η ψυχή του μουσικής.
Τους μυστικούς του ήχους να εκχύση,
μάτην παλαίει μετά πόνου κ' εμμονής·
αι τελειότεραί του αρμονίαι μένουν
βωβαί κ' υπολανθάνουσαι εντός αυτού.


Το μόνο που έχει σημασία για τον Τιμόλαο είναι η εσωτερική του α-λήθεια και ανα-γνώριση από τον Εαυτό. Αντίθετα από τον ηγεμώνα εκ Δυτικής Λιβύης, τον νέο που είχε την εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα, τον επίσκοπο Πηγάσιο και τον ηγεμονίσκο Ιουλιανό, σύμβολα ανθρώπων που ζουν ακόμα στην υλική συχνότητα, ο μουσικός που έγινε «πρώτος» ...


Το δε ενθουσιών πλήθος θαυμάζει
όσα εκείνος ψέγει και περιφρονεί.
Τον θορυβεί επαίνων βοερά φωνή,
κ' εν μέσω των πολυταλάντων δώρων
αφηρημένος ίσταται ο μουσικός.


39. Στην προσπάθειά του τους μυστικούς του ήχους να εκχύση, ο άνθρωπος ακολουθεί τη διαίσθησή του και ανακαλύπτει το Φως στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο. Το κοσμικό Φως βρίσκεται κυρίως στη φύση, γι' αυτό ταξιδεύει συχνά σε τόπους που η Φύση είναι πλούσια και σιωπηλή.


Είναι ναός η Φύσις όπου ζωνταναί
στήλαι συγκεχυμένας λέξεις κάποτε
εκφέρουσιν. Ο άνθρωπος εκεί περνά
μέσω πυκνών δασών συμβόλων, άτινα
με βλέμματα οικεία τον παρατηρούν.


Η ζωή στη φύση «γυμνώνει» τον άνθρωπο από τις ενδυμασίες της επίφασης, τον ξανασυνδέει με την πηγή της ζώσης ενέργειας και καθαρίζει τα ενεργειακά κέντρα. Αυτό, βέβαια, συμβαίνει όταν ο άνθρωπος επισκέπτεται τη φύση με πλήρη συνειδητότητα και έτοιμος να απαλλαχτεί από τα στρώματα της ακάθαρτης ενέργειας που έχει απορροφήσει ζώντας στις πολυπληθέστατες και πολύβουες πόλεις.

Η σιωπή, απ' την άλλη, βοηθάει το ρυθμό του μυαλού να επανασυντονιστεί με τον παλμό του σύμπαντος και να επανασυνδεθεί με τον αιθερικό κόσμο. Η αναπνοή της φύσης οξυγονώνει το κυκλοφορικό σύστημα και αποκαθιστά κάθε είδους δυσλειτουργία του νευρικού συστήματος. Τα χρώματα γεμίζουν τον εγκέφαλο με εικόνες, που ημερώνουν τη φαντασία και καθοδηγούν στο μονοπάτι της αληθινής και αιώνιας Ζωής.


Ως παρατεταμμέναι σμίγουσιν ηχοί
από μακράν εν μια ενώσει ζοφερά,
εν μια ενώσει ως το σκότος αχανεί
και ως το φως, ούτω ανταποκρίνονται
τα χρώματα, οι φθόγγοι, και τ' αρώματα.


Ο άνθρωπος στη φύση επανενώνεται με τον κόσμο που τον γέννησε, βρίσκει την ταυτότητά του, αγγίζει το παρελθόν του φθάνοντας ως το αρχέγονο σημείο.

Μη συνδέουμε τη φύση με εκείνους που δεν είναι δική τους, αλλά είναι απλοί επισκέπτες. Η φύση για μας είναι ένας δρόμος αναγκαίος. Η καρδιά πρέπει να σιωπήσει και να υποταχτεί, γιατί οι θεϊκές εντολές είναι ισχυρότερες από τις επιταγές της γήινης εμπειρίας. Μόνο στην απόλυτη σιωπή θα μπορέσουμε να ακούσουμε τη φωνή που ψάχνουμε, το τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι, / ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.


Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ' εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.


Ο δρόμος της ζωής είναι δρόμος σκοτεινός· το κάθε βήμα είναι μία νίκη, και σημαίνει να φωτίσεις πιο πέρα για να πατήσουν και οι άλλοι. Ο πνευματικός άνθρωπος δεν αρνείται να στέκεται στο δρόμο ως ακοίμητος φρουρός, όσο και αν φαίνεται πως κανείς δεν πλησιάζει· διότι το φως φέγγει μακριά τη νύχτα και οι φωτεινές ψυχές διακρίνονται ακόμα και από εκείνους που βρίσκονται πολύ μακριά τους στο δρόμο της εξέλιξης. «Εσείς είστε το φως του κόσμου· δεν είναι δυνατόν να κρυφθή πόλις, που βρίσκεται επάνω σ' ένα βουνό» (Ματθαίος 5 : 14).

Να αναζητάμε τα άλλα όντα που ζουν στη Φύση, και να τα καλούμε να συμπράξουν μαζί μας στο καλό. Να μιλάμε στα όντα των φυτών και των δέντρων, των ζώων και των πουλιών, διότι έτσι φωτίζουμε και το δικό τους δρόμο· ο ρόλος της διδασκαλίας είναι βαρυσήμαντος: αρκεί να μιλάμε τη γλώσσα του πιο αδύναμου, του ανίσχυρου, εκείνου που αγνοεί. Το βάρος πέφτει διπλό στους ώμους εκείνων που γνωρίζουν την Αλήθεια, διότι επωμίζονται την ευθύνη των «μαθητών» μαζί με την ευθύνη του εαυτού τους, και καλούνται να λύσουν διπλά προβλήματα, να αγωνιστούν σε πολλά επίπεδα. Πόσο σημαντικό και θαυμάσιο, όμως, είναι το έργο τους!...


Then, sole amid the increasing noise,
His wit to fruitful end employs -
Silences every accusing voice
By proofs that none denies.-


(Μτφ.)

Τότε, μόνος μέσα στο θόρυβο που γίνεται βοή,
Το πνεύμα του δεσμεύει σε καρποφόρο σκοπό -
Κάνει να σωπάσει κάθε ενάντια φωνή
Με αποδείξεις που κανείς δεν αρνείται.-


Ο άνθρωπος που κατέχει τη γνώση, τη διδάσκει στη συνέχεια, με το παράδειγμα της ίδιας του της ζωής, όπως ο Ηρώδης ο Αττικός. Δεν χρειάζεται επιχειρήματα για να πείσει, πείθει με την ίδια του την ύπαρξη. Αποτελεί δεσμίδα φωτός στο ποτάμι που εμείς οι άνθρωποι σχηματίζουμε. Η ενέργεια που διαχέει είναι ζωντανή για τους δικούς μας πόρους· η συμπύκνωση των ενεργειών μας φέρνει μόνο φως. Αποτελεί πηγή ζωής για τον ίδιο και τους γύρω του. Ο δρόμος του, που φωτίζεται από τον ίδιο, γίνεται συσσωρευτής συμπαντικής αγάπης.


Ά του Ηρώδη του Αττικού τι δόξα είν' αυτή.

Ο Αλέξανδρος της Σελευκείας, απ' τους καλούς μας σοφιστάς,
φθάνοντας στας Αθήνας να ομιλήσει,
βρίσκει την πόλιν άδεια, επειδή ο Ηρώδης
ήταν στην εξοχή. Κ' η νεολαία
όλη τον ακολούθησεν εκεί να τον ακούει.
Ο σοφιστής Αλέξανδρος λοιπόν
γράφει προς τον Ηρώδη επιστολή,
και τον παρακαλεί τους Έλληνας να στείλει.
Ο δε λεπτός Ηρώδης απαντά ευθύς,
«Έρχομαι με τους Έλληνας μαζύ κ' εγώ.» -

Πόσα παιδιά στην Αλεξάνδρεια τώρα,
στην Αντιόχεια, ή στην Βηρυτό
(οι ρήτορές του οι αυριανοί που ετοιμάζει ο ελληνισμός),
όταν μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια
που πότε η ομιλία είναι για τα ωραία σοφιστικά,
και πότε για τα ερωτικά των τα εξαίσια,
έξαφν' αφηρημένα σιωπούν.
Άγγιχτα τα ποτήρια αφίνουνε κοντά των,
και συλλογίζονται την τύχη του Ηρώδη -
ποιος άλλος σοφιστής τ' αξιώθηκεν αυτά; -
κατά πού θέλει και κατά πού κάμνει
οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν,
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πια, ν' ακολουθούνε μόνο.


Όποιος έφτασε, σαν τον λεπτό Ηρώδη, να αναγνωρίζεται από τους συνανθρώπους του ως Ούτος Εκείνος, αφήνει τους άλλους να συγκεντρωθούν γύρω του χωρίς να ασκήσει κανενός είδους πίεση ή επιρροή. Η σύγκλιση γίνεται κατόπιν θείου παραγγέλματος και η δική του κλήση δεν είναι απαραίτητη.

Η τύχη των ανθρώπων πολλές φορές είναι στα χέρια συνανθρώπων. Οι Διδάσκαλοι μπορούν δυσκολότερα να πλησιάσουν ανθρώπους που έχουν τους δέκτες τους αποσυντονισμένους από τη θεϊκή Συχνότητα. Η πρεσβεία τότε των φωτισμένων συνανθρώπων τους είναι ιδιαίτερα σημαντική και απαραίτητη, μέχρι εκείνοι να ανοίξουν τα δικά τους κανάλια και να μπορούν πλέον να επικοινωνούν άμεσα με την Παγκόσμια Δύναμη.

Υπάρχει μόνο ένας δρόμος, και αυτός ανοίγεται μόνο στα μάτια όσων επιθυμούν το Αγαθό και αγαπούν το Φως και την Αγνότητα. Αυτό, λοιπόν, που τώρα είναι ζητούμενο είναι η Ηθική, όπως επίσης την ονομάζουμε, ο τρόπος ζωής δηλαδή που απορρέει από την κατανόηση και εφαρμογή των Νόμων της Αγάπης στην καθημερινή ζωή. Το ηθικό έργο είναι το σημαντικότερο και πρώτιστο, και οφείλουμε να το προτάσσουμε έναντι οποιασδήποτε προσκόλλησης, εξασφάλισης ή άλλου είδους παροχής.

Έτσι, εγκαθιστούμε μόνιμα στη ζωή μας την κατάσταση αυτή της συνεχούς σύνδεσης με την Πηγή, με ο,τιδήποτε και αν είναι απασχολημένο το συνειδητό μας. Υλοποιούμε τα λόγια του γυιού του ιερέα του Σεραπίου και ζούμε «προσευχόμενοι αδιαλλείπτως» (Α΄ Θεσ. ε΄ 17):


Ιησού Χριστέ, τα παραγγέλματα
της ιεροτάτης εκκλησίας σου να τηρώ
εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε λόγον,
εις κάθε σκέψι είν' η προσπάθειά μου
η καθημερινή. (...)


Δεν έχει σημασία αν πιστεύουμε στην τυπολογία· σημασία έχει να ανακαλύπτουμε την Ουσία μέσα στη σιωπή και πέρα από κάθε νοητικό οικοδόμημα· να αναζητάμε τη Χαρά στη νοητική αταραξία που συνοδεύει τη συνειδησιακή σύνδεση με το Σύμπαν. Η Παρουσία Του θα μας πείσει πως η σιωπή είναι τόσο εύγλωττη όσο και ο Λόγος. Διότι ο Λόγος είναι πέρα από τις λέξεις και τα σχήματα, είναι εκφρασμένος ή ανέκφραστος, είναι όμως Ζων και Ζωοποιός.


Χωρίς ανόητ' αναθήματα
χρυσού,
των απεράντων ύπνων η στενοτάτη κλίνη
κείται υπό το έλεος του Ιησού.


Ελεύθερες και πλήρεις οι ψυχές των ανθρώπων που γνωρίζουν την Αλήθεια και το Φως. Η Αγάπη τους παραμένει αιώνια σαν Φάρος ομορφιάς ανυπέρβλητης.