16. Κύριε σ' ευχαριστώ,
     φίλη μου σ' ευχαριστώ




Πρωί, καθόμαστε μπροστά στη θάλασσα. Καθώς συζητάμε με τη φίλη έχω την αίσθηση ότι πρέπει να προσέξω ιδιαίτερα τα λόγια της. 

Σήμερα που γράφω, θυμάμαι ότι εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια δύναμη να έρχεται προς εμένα κι εγώ να βάζω ολόκληρη τη δική μου και τη συγκέντρωσή μου για να ανταπεξέλθω. Αρχίζω να βλέπω ένα σύννεφο στο χρώμα της πασχαλιάς να «χύνεται» από τα μαλλιά και τους ώμους της φίλης, αλλά κυρίως το βλέπω καθαρά να βγαίνει από το στόμα της όσο μιλάει. Τρομακτικό; Καθόλου. Αντίθετα έχω την αίσθηση της θαλπωρής που αφήνει το βελούδο με την απαλότητά του. Νιώθω την Απόλυτη Αγάπη, την Αισιοδοξία, την Ειρήνη, τη Δύναμη. Νιώθω την Παρουσία ενός Δασκάλου. Τι ταπείνωση είναι αυτή που Τον κάνει να έρχεται σ' εμάς τους τόσο μικρούς, που ασχολείται μ' εμάς το ίδιο το Φως! Υπάρχει ελπίδα. Παιδιά όλου του κόσμου, υπάρχει ελπίδα και υπάρχει Αγάπη.


Ελάχιστα γνωρίζουμε οι άνθρωποι... Αλλά όποιος φαντάζεται το Άπειρο χωρίς να τρομάζει, μπορεί να πετάξει μέσα σ' αυτό - μέσα του - να αντικρίσει το Φως και να καταλάβει πως όλες αυτές οι αφηρημένες έννοιες είναι κόσμοι υπαρκτοί και μας οδηγούν στην αληθινή Ζωή.

Το βιολετί της πασχαλιάς σύννεφο που κατέβαινε σαν βελούδο από το στόμα της και γέμιζε το χώρο, δεν πρόκειται ποτέ να το ξεχάσω. Θέλω να Σου πω Κύριε, Σ' ευχαριστώ. Κοιτάζω ψηλά μα χαμηλώνω το βλέμμα.