39. Έβλεπα μια παλιά μου ζωή

 

Πάλι μίλησα μαζί σου ... κι όμως τα κουράγια μου έχουν πέσει πολύ ... ένα παράπονο με κυρίευσε τόσο που δεν σταματούσαν τα δάκρυα. Βοήθεια φώναζα στο Θεό γιατί ήμουν μόνη και το μπορούσα. Ένα χαμένο παιδί έμοιαζα που οι δοκιμασίες το έχουν τσακίσει ... Τα νεύρα μου σπασμένα, η αντοχή μου σε οριακό σημείο, δεν ήταν εύκολο να σταματήσω τα κλάματα. Καιρό είχα να κλάψω τόσο. Ο Θεός μ' ακούει, ο Θεός με βλέπει και λίγες οι στιγμές που δεν νιώθω το βλέμμα Του ή δεν ακούω τη φωνή Του. Ήταν κι αυτή μια από τις δύσκολες αυτές στιγμές ... πέρασε ... πάει.
Τη λίγη ώρα που μπόρεσα να κλείσω τα μάτια, μια λευκή καρδιά ήταν το σημάδι στο τρίτο μάτι ... και όταν σε λίγο «έβλεπα» δάση και μια άμαξα να τρέχει στο στενό δρομάκι κατάλαβα πως έβλεπα χωρίς πρόσωπα μια παλιά μου ζωή. Το περίεργο είναι πως διαισθάνθηκα κίνδυνο και είδα ολόκληρη την άμαξα να εξαφανίζεται! Μου θυμίζει παλιές μου δυνατότητες; Μου μηνύει πως η εμφάνιση και η εξαφάνιση είναι το ίδιο; Στο δρόμο θα βρω την άκρη ...