Η Κόμη της Βερενίκης

Επίλογος ή επιμύθιο

Ηράκλειο, Απρίλιος 1991
1,5 δισεκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη

(...)
... Οι γνώσεις, ωστόσο, δεν είναι πάντοτε Γνώση. Κι αν έχει κάτι ανάγκη ο σύγχρονος πολιτισμός, είναι περισσότερη σοφία΄ περισσότερο, δηλαδή, πολιτισμό.

Γιατί εδώ έγκειται η αίσθηση του τραγικού που, εν πολλοίς, φέρει τη μάσκα του ανεξήγητου. Η σημερινή πρόοδος της επιστήμης, η ανασύνθεση του κόσμου που επιχειρεί, υπογραμμίζει τις εν δυνάμει ανθρώπινες δυνατότητες. Κι ενώ οι δυνατότητες αυτές επιτρέπουν να περιγραφεί η έκρηξη ενός υπερκαινοφανούς, ή αλλάζουν την καθημερινότητα με τη χρήση των υπολογιστών, δεν φαίνεται να οδηγούν σε μια ποιοτική εξέλιξη των κοινωνιών και του ανθρώπου. Οδηγούν αναμφισβήτητα σε μια ζωή διαφορετική ως προς τις εξωτερικές συντεταγμένες της.

Που, εν τούτοις, συμπιέζει και πάλι ό,τι απετέλεσε το ουτοπικό ανθρώπινο όνειρο: Την ισορροπία με τους άλλους και τον εαυτό μας, τη δίκαιη συγκρότηση του κοινωνικού ιστού, την ενίσχυση των δημιουργικών δυνάμεων που εν είδει μικρής φωτιάς ενυπάρχουν στον καθένα. Και ενώ το όνειρο αυτό εμφανίζει σε ολόκληρο τον κόσμο μια μοιρολατρική υποχώρηση - είναι το Κακό, απλώς, που αλλάζει πρόσωπο - παραμένει ένα όνειρο όσο ποτέ επίκαιρο και οδυνηρό.

Διότι, επιπρόσθετα στον παραλογισμό των εξοπλισμών και στις αυταπάτες της αναπτύξεως, ένα καινούργιο φάσμα έχει αναδυθεί: το περιβαλλοντικό πρόβλημα. Και αυτό δεν αποτελεί μόνο φάσμα για ολόκληρο τον πλανήτη. Αποτελεί φάσμα - και πραγματικότητα - για την ίδια την ανθρώπινη καθημερινότητα. Εφόσον της στερεί, ολοένα και περισσότερο, τις ποιοτικές παραμέτρους΄ και την υποχρεώνει να συμβιώνει με τη ρύπανση της στεριάς και των θαλασσών, την ένταση των μεγαλουπόλεων και με μια φύση τραυματισμένη και εκδικητική. Έτσι, τη στιγμή που ο άνθρωπος διακηρύσσει τους επιστημονικούς του θριάμβους, είναι υποχρεωμένος να δεχθεί όχι μόνο την αλλοτρίωσή του από ένα επίπλαστο σύστημα αξιών, αλλά και το υπερβολικά κοντόθωρο και αλαζονικό της οράσεώς του.

(...)
Τον μετέωρο άνθρωπο θα ισορροπήσει μόνο το άπλωμα του χεριού στους άλλους κατοίκους του πλανήτη, και στη φύση ή τη θάλασσα, που υπήρξαν μάρτυρες στη γένεσή του. Μόνο που, αν αυτό γίνει, τώρα θα είναι ένα χέρι όχι οδηγούμενο από την ιστορία ή τον φόβο της τιμωρίας, αλλά από βαθύτατη γνώση. Τη μόνη ικανή, μαζί με τον έρωτα ή την Τέχνη, να υπερβεί το δέος και το κενό΄ το Κενό.

Ο μετέωρος άνθρωπος. Έποικος ενός ιδιόμορφου πλανήτη που ανήκει σ' έναν ασήμαντο γαλαξία, γνώστης της ακραίας του ήττας - «δεν γνωρίζω τίποτα» - θα πει ο Μπόρχες, «ούτε καν την ημερομηνία του θανάτου μου» - αυτός ο άνθρωπος τολμά εν τούτοις να θέτει ερωτήματα που αγγίζουν την ίδια του την ύπαρξη και την ύπαρξη του κόσμου. Αν αυτό συνιστά το μεγαλείο ή τη Σισύφεια μοίρα του, είναι μια απάντηση που ξεπερνά κατά πολύ την επιστήμη.