ΦΑΙΔΩΝ 80d-81d

Η ψυχή αναχωρεί για το όμοιο με αυτή

Επομένως η ψυχή, το ανίδωτο, που πορεύεται σ' έναν άλλο, παρόμοιο μ' αυτή τόπο, ανώτερο, αμόλυντο και ανίδωτο, στον Άδη, για να τον πούμε με το όνομά του, κοντά στον αγαθό και φρόνιμο θεό, όπου, αν θέλει ο θεός, θα πρέπει να πάει σε λίγο και η δική μου ψυχή, - αυτή λοιπόν την ψυχή, που για καλή μας τύχη είναι τέτοιου είδους και έτσι πλασμένη από τη φύση της, μόλις απαλλάσσεται από το σώμα, την παρασέρνει ο άνεμος και χάνεται, όπως λένε οι πολλοί; Κάθε άλλο φίλε μου Κέβη και Σιμμία, αλλά αντίθετα έτσι σίγουρα έχει το πράγμα. Αν βέβαια ξεφεύγει καθαρή, χωρίς να σέρνει μαζί της το παραμικρό από το σώμα, επειδή δεν διατηρούσε με τη θέλησή της καθόλου σχέσεις με αυτό σε όλη τη διάρκεια του βίου της, αλλά αντίθετα το απέφευγε και ήταν συγκεντρωμένη στον εαυτό της, επειδή αυτό ακριβώς μελετούσε και σε αυτό ασκούνταν πάντα, που δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά ότι φιλοσοφούσε με τον σωστό τρόπο και ότι πράγματι ασκούνταν πάντα, που δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά ότι φιλοσοφούσε με τον σωστό τρόπο και ότι πράγματι ασκούνταν στο να πεθάνει αδιαμαρτύρητα΄ ή μήπως δεν είναι μελέτη και άσκηση θανάτου αυτό;


Ακριβώς αυτό είναι.

Επειδή λοιπόν αυτή είναι η κατάστασή της, αναχωρεί για το όμοιο με αυτή, το ανίδωτο, το θείο και αθάνατο και φρόνιμο, όπου φτάνοντας βρίσκεται σε κατάσταση ευδαιμονίας, απαλλαγμένη από την περιπλάνηση, την άνοια, τους φόβους, τους άγριους έρωτες και τα άλλα κακά της ανθρώπινης φύσης, και, όπως ακριβώς λέγεται για όσους έχουν μυηθεί, περνά στ' αλήθεια τον υπόλοιπο χρόνο συντροφιά με θεούς. Έτσι να μιλάμε, Κέβη ή διαφορετικά;

Έτσι, μα τον Δία, είπε ο Κέβης.

Αν όμως, φαντάζομαι, αποχωρίζεται το σώμα, μολυσμένη κι ακάθαρτη, επειδή συναναστρεφόταν συνέχεια το σώμα, αυτό φρόντιζε, το αγαπούσε και ήταν μαγεμένη απ' αυτό, από τις επιθυμίες και τις απολαύσεις, ώστε τίποτε άλλο να μην της φαίνεται αληθινό παρά μόνο το σωματικό και αυτό που θα μπορούσε να αγγίξει κάποιος, να δει, να φάει και να το χρησιμοποιήσει στα ερωτικά, ενώ εκείνο που για τα μάτια είναι σκοτεινό και ανίδωτο, που μπορεί να νοηθεί και να συλληφθεί με τη φιλοσοφία, αυτό έχει συνηθίσει να το μισεί, να το τρέμει και να το αποφεύγει, αν λοιπόν σε αυτή την κατάσταση βρίσκεται η ψυχή, φαντάζεσαι ότι θα απαλλαγεί από το σώμα και θα είναι αυτή καθ' αυτή και αμιγής;

Οπωσδήποτε όχι, είπε.

Αλλά μάλλον τη φαντάζεσαι, πιστεύω να την κρατάει σφιχτά το σωματικό, που της εμφύτευσε ως δεύτερη φύση η δοσοληψία και η συναναστροφή με το σώμα, εξαιτίας της πολλής συνάφειας και της ενασχόλησής της με αυτό;

Βέβαια.

Φορτικό ωστόσο, φίλε μου, πρέπει να φαντάζεται κανείς το σωματικό, βαρύ, γήινο και ορατό. Τούτο ακριβώς περικλείει αυτού του είδους η ψυχή και βαραίνει, έλκεται πάλι στον ορατό τόπο, από τον φόβο του ανίδωτου και του Άδη, όπως λέγεται, και περιπλανιέται στα επιτύμβια μνημεία και τους τάφους, γύρω από τα οποία μάλιστα έχουν δει φαντάσματα ψυχών σαν σκιές, σαν τα είδωλα που αφήνουν αυτού του είδους οι ψυχές, που δεν έφυγαν αμόλυντες αλλά μετέχουν του ορατού, γι' αυτό και είναι ορατές.